Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Οι εσωτερικοί χώροι του Νέου Mουσείου της Ακρόπολης

του Τάση Παπαϊωάννου

 

acropolis10-sq

Έχουν γραφτεί πολλά, από πολλούς. Ξεσήκωσε αντιδράσεις, πολεμήθηκε πολύ πριν χτιστεί. Και όχι άδικα. Ήταν ο τόπος βλέπετε. Γεμάτος ίχνη ζώσας ιστορίας. Ένα παλίμψηστο πολιτισμικών διαστρωματώσεων χιλιετιών, με συγκλονιστικά ερείπια. Πώς μπορούσε το νέο κτίριο, όποιο κι αν ήταν αυτό, να θεμελιωθεί πάνω σ’ ένα τέτοιο παρελθόν; Πώς μπορούσαν να μεταφερθούν τα «μάρμαρα» της Ακρόπολης μέσα σ’ ένα κλειστό χώρο; «Περικαλλή αγάλματα» που φτιάχτηκαν για να τα βλέπουμε και να τα χαιρόμαστε στο ύπαιθρο κάτω από τον ήλιο;

Το ότι η Αθήνα χρειαζόταν ένα Μουσείο για την Ακρόπολη, δεν αμφισβητήθηκε φυσικά από κανέναν. Τα γλυπτά έπρεπε πάση θυσία να προφυλαχτούν και να εκτεθούν σ’ ένα σύγχρονο κτίριο, αντάξιο της σπουδαιότητας των εκθεμάτων που θα στέγαζε, έτσι ώστε να αποδοθούν ξανά στην παγκόσμια κοινότητα. Πάντα όμως δύο ερωτήματα έμεναν για δεκαετίες μετέωρα και ζητούσαν επίμονα μια πειστική απάντηση. Ποιο σημείο της πόλης ήταν καταλληλότερο για τη χωροθέτηση του νέου μουσείου και βεβαίως τι είδους κτίριο θα ήταν αυτό που θα στέγαζε τη «βαριά αυτή κληρονομιά»; Η Αθήνα είχε ανάγκη από ένα σύγχρονο εμβληματικό μουσείο που εκτός των άλλων θα λειτουργούσε και ως σημαντικός πολιτιστικός πυκνωτής, δίδοντας ξανά υπόσταση στην έννοια του –χαμένου- δημόσιου κτιρίου στην Ελλάδα. Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Την ίδια στιγμή διαφαίνονταν όμως και ένας κίνδυνος. Εύκολα μπορούσε κανείς να διολισθήσει σε δύο αντιθετικά και καταστροφικά άκρα. Ένα αρχαιοπρεπές κτίριο που θα μιμείτο το αρχαιοελληνικό πρότυπο, με κίονες και αετώματα, από τη μία και από την άλλη, ένα κτίριο που θα προσπαθούσε να σταθεί με κομπορρημοσύνη ισάξια και ανταγωνιστικά απέναντι στον Παρθενώνα.

Με τον καιρό δημιουργήθηκαν δύο αντιμαχόμενες ομάδες που σε κάθε ευκαιρία διασταύρωναν τα ξίφη τους. Αρχαιολόγοι και αρχιτέκτονες που αντιδρούσαν για την επιλογή της θέσης «Μακρυγιάννη», κυρίως λόγω των σημαντικών ευρημάτων της ανασκαφής, αλλά και του περιορισμένου διατιθέμενου χώρου σε σχέση με το μέγεθος του κτιρίου και οι οποίοι ζητούσαν επίμονα να προηγηθεί πολεοδομικός διαγωνισμός ιδεών για την εξεύρεση της καλύτερης τοποθεσίας, σε συνδυασμό με ζητήματα προσπέλασης ανθρώπων και τροχοφόρων, χώρων στάθμευσης κλπ. Από την απέναντι πλευρά, οι υπέρμαχοι ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν σχεδόν τα πάντα προκειμένου να κτιστεί εκεί το Μουσείο, αφού το είχαν ταυτίσει με το νέο Εθνικό στόχο: την επιστροφή των Ελγινείων μαρμάρων στην Ελλάδα. Έτσι κάθε κριτική, κάθε διαφορετική φωνή τη θεωρούσαν εκ των προτέρων κάτι σαν εθνική μειοδοσία. Ο μεγαλοϊδεατισμός που τόσα και τόσα δεινά έχει  προκαλέσει στον τόπο μας, βγήκε και πάλι στο προσκήνιο. Η Ελλάδα έπρεπε να ξαναβρεί κάτι από το αρχαίο της μεγαλείο, μετά τη φιέστα των Ολυμπιακών Αγώνων και τη γρήγορη απομυθοποίησή τους. Δύσκολο βέβαια το εγχείρημα για τους αρχιτέκτονες του έργου που έγινε ακόμη δυσκολότερο όταν ήρθαν στο φως τα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία όμως από την άλλη, έκαναν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα τη δουλειά των μελετητών, αφού τώρα έπρεπε να προσαρμόσουν τα σχέδια, έτσι ώστε το μουσείο να συνδυάζεται αρμονικά με το χώρο της ανασκαφής.

new-acropolis-museum-by-bernard-tschumi-architects-cr3849-090-smallΣήμερα, μετά από 30 και πλέον χρόνια αλλεπάλληλων αρχιτεκτονικών διαγωνισμών, ενστάσεων και αναβολών, το κτίριο βρίσκεται μπροστά μας. Ακόμη και τώρα, μετά την κατασκευή του, δημιουργεί ερωτήματα που συντηρούν ζωντανό το διάλογο. Και βέβαια ο διάλογος αυτός δε μπορεί να εξαντλείται στο αν μας αρέσει ή όχι το κτίριο, σε μία συζήτηση, δηλαδή, φανατικών οπαδών της μιας ή της άλλης άποψης. Γιατί κάθε αρχιτεκτονική συζήτηση είναι δύσκολη, αφού χρειάζεται να αναλυθούν με λεπτομέρεια οι όποιες επιστημονικές απόψεις και κυρίως αυτές να αναφέρονται σε συγκεκριμένα ζητήματα. Μία γενικόλογη κριτική δεν προσφέρει τίποτε ουσιαστικό, αφού αποφεύγει να διεισδύσει στον πυρήνα των προβλημάτων, ιδιαίτερα, όταν ο λόγος αρκετές φορές αποδεικνύεται πολύ φτωχός για να περιγράψει τον αρχιτεκτονικό χώρο και τα συναισθήματα που προκαλεί.

Ανάμεσα στο κτίριο Weiler και το μέτωπο των σπιτιών της Δ. Αεροπαγείτου, σε υποχώρηση ορθώνεται το κτίριο των B. Tschumi- Μ. Φωτιάδη. Πρώτα ξεπροβάλλει το ογκώδες στέγαστρο της εισόδου και η αμήχανη μυτερή απόληξή του εν είδη μπετονένιας πέργκολας, το οποίο περισσότερο απωθεί παρά υποδέχεται τον επισκέπτη. Στο βάθος, σε δεύτερο επίπεδο κυριαρχούν οι μεγάλες επάλληλες πλάκες από οπλισμένο σκυρόδεμα, τα εκτεταμένα υαλοστάσια και οι inox περσίδες. Αμέσως γίνεται φανερή η αρχική πρόθεση των αρχιτεκτόνων: το κτίριο να βασίζεται σ’ ένα απλό, κατανοητό και  την ίδια στιγμή σύγχρονο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο, που κατ’ αρχάς αποτελεί πολύ σωστή επιλογή. Βέβαια το ζήτημα είναι με ποιόν τρόπο η επιλογή αυτή εν τέλει υλοποιήθηκε. Το μεγάλο μέγεθος του κτιρίου που μοιάζει να ασφυκτιά στο χώρο και να ακουμπά σχεδόν στις γειτονικές πολυκατοικίες με τις αιχμηρές γωνίες του, δικαιώνει όλους όσοι είχαν εκφράσει τις έντονες επιφυλάξεις τους για την καταλληλότητα του οικοπέδου. Κάτι όμως που διαφαινόταν πολύ πριν, ήδη από τα σχέδια και τις μακέτες που είχαν δει το φως της δημοσιότητας και είχαν τόσο επιμελώς διαφημιστεί.

children_acropolis-museumΤο κτίριο έπρεπε να απαντήσει μέσω της ισχυρής και ξεκάθαρης κεντρικής ιδέας του και της άψογης λειτουργικής του δομής και όχι με εύκολα τεχνάσματα εντυπωσιασμού που γρήγορα απαξιώνονται, όπως για παράδειγμα τα κρυστάλλινα δάπεδα «βιτρίνες» που συναντά παντού σχεδόν ο επισκέπτης και τα οποία δυστυχώς σκέπασαν μαζί με τις εκτεταμένες πλάκες, ως «ταφόπλακα», μια για πάντα τις αρχαίες γειτονιές της Αθήνας. Τι ωραίο θα ήταν αλήθεια, να περνούσε κανείς μέσω μιας ελαφριάς γέφυρας-πορείας πάνω από τα αρχαία ερείπια, έχοντας άμεση οπτική επαφή με όλο το χώρο της ανασκαφής και μετά να εισέλθει στο κτίριο ή να του δίδεται η δυνατότητα –αν το επιθυμούσε- να κατέβει χαμηλότερα και να περιεργαστεί από κοντά το χώρο της ανασκαφής. Όπως και το κτίριο –μικρότερο και πιο ανάλαφρο φυσικά- να βρίσκονταν ψηλότερα έτσι ώστε πραγματικά να αιωρείται στο χώρο, αφήνοντας περισσότερο ελεύθερο χώρο για ουσιαστική θέαση και περιήγηση στο χώρο της ανασκαφής. Με τον τρόπο αυτό η ανασκαφή θα αποτελούσε φυσική συνέχεια με τους υπόλοιπους αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής, κάτι που φυσικά θα πλούτιζε ακόμη περισσότερο την αφήγηση που επιχειρεί το μουσείο για τη μακραίωνη και αδιάλειπτη ιστορία της πόλης των Αθηνών. Σήμερα, αντιθέτως προσπαθείς να δεις σκύβοντας πάνω από την καμπυλόμορφη τρύπα της εισόδου ή ακόμη χειρότερα μέσα από τους αντικατοπτρισμούς των κρυστάλλινων δαπέδων, χωρίς φυσικά να έχεις μια συνολική και σαφή εικόνα των αρχαιολογικών ευρημάτων.

Αμηχανία προκαλούν στον επισκέπτη καθώς φτάνει μπροστά στο κλωστρά της εισόδου οι πολλές μικρές, στενές και πανομοιότυπες πόρτες που βρίσκονται στη σειρά, η μια δίπλα στην άλλη και φυσικά δεν ξέρει ποια να διαλέξει προκειμένου να εισέλθει στο κτίριο. Απ’ έξω αναρωτιέσαι: οδηγούν άραγε όλες στον ίδιο χώρο; Στο εσωτερικό του κτιρίου ο πιο ενδιαφέρων χώρος είναι αναμφίβολα η «αίθουσα των Κλιτύων» με τη ράμπα ανόδου προς τους εκθεσιακούς χώρους και το μεγάλο δομικό κενό που αναπόφευκτα στρέφει το βλέμμα σου προς τα πάνω. Τι κρίμα όμως! Αντικρίζεις πάλι κρύσταλλα και τους επισκέπτες του τελευταίου ορόφου που περπατούν πάνω τους, την ίδια ώρα που και εσύ βρίσκεσαι πάνω σε τζαμένιο δάπεδο και επίσης αιωρείσαι στο κενό. Εκεί, μέσα σε αυτό το κενό, περίμενες να εισχωρεί ανεμπόδιστα το φως από ψηλά και να πλημμυρίζει μέχρι κάτω τη ράμπα, δίδοντας την αίσθηση ότι κινείσαι περισσότερο σε εξωτερικό χώρο παρά στο εσωτερικό του κτιρίου, ενώ το βλέμμα σου θα μπορούσε να δει ξανά τον ουρανό ακριβώς από την καρδιά του Μουσείου. Ένα εσωτερικό φωτεινό αίθριο, δηλαδή, που θα αποτελούσε τον κεντροβαρικό χώρο αναφοράς του κτιρίου, οργανώνοντας γύρω του ενδεχομένως τις κατακόρυφες κινήσεις.

acropolis4-medΑρνητική εντύπωση επίσης προκαλεί η τρύπα στην πλάκα του παταριού πάνω από τον έλεγχο των εισιτηρίων που σε αφήνει προτού καν εισέλθεις στους εκθεσιακούς χώρους να μισοβλέπεις τις Καρυάτιδες από κάτω και από πίσω, πριν τις αντικρίσεις από μακριά καθώς φτάνεις στο τέλος της ράμπας. Για να τις ανακαλύψεις δε, πρέπει να γυρίσεις το βλέμμα σου προς τα πίσω καθώς προχωράς προς τα εμπρός. Και είναι εξαιρετικά ενοχλητικό για τον επισκέπτη, ότι για να τις πλησιάσει και να τις θαυμάσει από κοντά πρέπει να παρακάμψει αυτόν το χώρο περνώντας πρώτα από τις παράπλευρες αίθουσες, εισερχόμενος στο χώρο του παταριού από πίσω και όχι από μπροστά όπως θα ήταν φυσικό. Γιατί, παρ’ όλη τη πρόθεση των αρχιτεκτόνων να τις επισκεφτεί κανείς κατεβαίνοντας (αφού προηγουμένως δει και την αίθουσα του Παρθενώνα), κάτι τέτοιο στην πράξη δε συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Επίσης, είναι περίεργο έτσι όπως στέκουν πλέον σαν αγάλματα μόνον και όχι ως κόρες που φέρουν πάνω τους το φορτίο του επιστυλίου της πρόστασης του Ερεχθείου και όπως άλλωστε έστεκαν όλους τους προηγούμενους αιώνες πάνω στο βράχο της Ακρόπολης. Σαν κατά κάποιο τρόπο να ακυρώνεται όλη η αξία τους ως  «ζωντανά» υποστυλώματα και απλώς να στέκουν η μία δίπλα στην άλλη δίχως νόημα και σκοπό.

Αλλά και αυτό που είναι ορατό απ’ έξω, γίνεται ακόμη πιο έντονο στο εσωτερικό του κτιρίου. Οι μεγάλες επάλληλες πλατφόρμες των ορόφων που κλείνουν με υαλοστάσια και περσίδες ανοξείδωτου χάλυβα, ενώ προσφέρουν πολύ ενδιαφέρουσες οπτικές φυγές προς την Ακρόπολη και την πόλη, είναι τελείως ακατάλληλες σε σχέση με τα εκθέματα και τα γλυπτά, έτσι όπως προβάλλονται και καθρεπτίζονται πάνω τους. Την ίδια στιγμή αποσπούν την προσοχή του επισκέπτη στρέφοντας συνεχώς το βλέμμα του προς τα έξω και τη ζωή της πόλης. Χαρακτηριστική είναι η αμήχανη τοποθέτηση του αρχαϊκού αετώματος «Εκατομπέδου» που –σωστά- βρίσκεται στον άξονα της αίθουσας των Κλιτύων, αλλά προβάλλεται ασύμμετρα σε σχέση με τις μεγάλες περσίδες που βρίσκονται ως φόντο πίσω του. Αντίθετα, η ελεύθερη τοποθέτηση των αρχαϊκών αγαλμάτων στην αντίστοιχη αίθουσα και η δυνατότητα που δίδεται στους επισκέπτες να κινηθούν αβίαστα ανάμεσά τους, σε συνδυασμό με το μεγάλο και φωτεινό χώρο που τα φιλοξενεί δημιουργώντας την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στο ύπαιθρο, είναι εξαιρετική. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η θέαση της αίθουσας και όλων των εκθεμάτων από ψηλά (από το πατάρι και τον παράπλευρο διάδρομο). Το πρόβλημα εντοπίζεται στην κλίμακα και το μέγεθος των στρογγυλών υποστυλωμάτων που μοιάζουν να συνθλίβουν τα κομψοτεχνήματα της αρχαϊκής γλυπτικής.

Και ενώ περιμένεις να συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο η ωραία άνοδος - που παραπέμπει στην άνοδο προς την Ακρόπολη- με ράμπες και στους άλλους ορόφους, μέχρι την ανώτερη στάθμη όπου βρίσκεται η αίθουσα του Παρθενώνα, η κίνηση ξαφνικά μετατρέπεται σε ένα κλιμακοστάσιο που πλαισιώνεται από κυλιόμενες σκάλες (και μάλιστα αντίθετα με τη φορά της κίνησης) οι οποίες δυστυχώς φέρνουν στο νου άλλου είδους λειτουργίες και εμπορικά κτίρια, φτωχαίνοντας αφάνταστα και το μουσείο, αλλά και τα μοναδικά του εκθέματα. Γιατί, η κίνηση στους εκθεσιακούς χώρους ενός μουσείου οφείλει να είναι άνετη, σαφής και ευανάγνωστη και να μη δημιουργεί αμηχανία στους επισκέπτες στο αν πρέπει να κινηθούν δεξιά ή αριστερά, στο εάν πέρασαν από όλες τις αίθουσες και χωρίς βεβαίως να είναι απαραίτητο να κρατούν κάθε στιγμή στα χέρια τους το σχεδιάγραμμα του κτιρίου προκειμένου να προσανατολιστούν.

Ίσως η πιο ατυχής και προβληματική αίθουσα του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, είναι δυστυχώς η αίθουσα με τα μοναδικά γλυπτά του Παρθενώνα. Τόσο η ανάποδη πρόσβαση, από μέσα προς τα έξω (μέσω μάλιστα δύο μικρών διόδων) όσο και η καταλυτική παρουσία του εκτεταμένου περιμετρικού υαλοστασίου, κάνουν τα σημαντικότατα εκθέματα να περνούν δυστυχώς σε δεύτερη μοίρα, ενώ τις απογευματινές ιδίως ώρες, το φως διεισδύει ενοχλητικά στο χώρο δημιουργώντας πάμπολλες αντανακλάσεις και σκιές. Η οπτική επαφή με τον βράχο είναι σημαντική παράμετρος, αλλά χρειαζόταν αλήθεια να βλέπεις συνεχώς τον Παρθενώνα προκειμένου να θαυμάσεις τα γλυπτά του; Μην τυχόν, δηλαδή, μια τέτοια θεώρηση είναι λίγο απλοϊκή, ρηχή και σε τελευταία ανάλυση αμιγώς «τουριστική»;  Ο περιβόητος «διάλογος» που επιχειρεί δήθεν το νέο κτίριο με τον Παρθενώνα (όπως αυτάρεσκα διατυμπάνιζε ο ξένος αρχιτέκτονάς του), ήταν θέμα μόνον οπτικής επαφής και παραλληλίας της αίθουσας μαζί του ή κάτι άλλο, εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί, πολύ πιο ουσιαστικό, βαθύ και κρυφό; Κάτι, δηλαδή, που θα συναισθανόταν ο ίδιος ο επισκέπτης ως εσωτερική δύναμη του αρχιτεκτονήματος, μία υποδόρια συνάφεια κτιρίου και εκθεμάτων, χωρίς φυσικά τη βοήθεια επικοινωνιακών μέσων και διαφημιστικών τρικ. Και θα’ ταν πράγματι πολύ σπουδαίο επίτευγμα να επιτύχει κάτι τέτοιο η σύγχρονη αρχιτεκτονική!

Η επιλογή των υλικών, ιδίως του ανεπίχριστου και άβαφου σκυροδέματος, τόσο στα εσωτερικά τοιχία και στα υποστυλώματα όσο και στις εξωτερικές επιφάνειες είναι πετυχημένη κυρίως λόγω της αδρής και ματ επιφάνειάς τους που δεν προκαλούν, σε αντίθεση με τις γυαλιστερές inox επιφάνειες των υποστυλωμάτων της αίθουσας του Παρθενώνα, τα κρυστάλλινα δάπεδα και τα υαλοστάσια που έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί στο κτίριο, ξεπερνώντας πολλές φορές τα όρια της υπερβολής. Τα στιλπνά υλικά προσπαθούν μάταια να προσδώσουν αίγλη και κύρος που όμως δεν τα χρειαζόταν το μουσείο. Αρκούσε το πολυτιμότατο περιεχόμενό του. Και να σημειωθεί εδώ πως η κατασκευή του κτιρίου παρουσιάζει απρόσμενες κακοτεχνίες, ιδίως στις λεπτομέρειες και στα τελειώματα, όταν θα όφειλε, ως ελάχιστο φόρο τιμής στο ύψιστο Μνημείο της Ακρόπολης, να είναι ένα από τα πιο καλοφτιαγμένα κτίρια στον κόσμο!

new-acropolis-museum-by-bernard-tschumiΊσως όμως αυτό που λείπει περισσότερο από το Νέο Μουσείο Ακρόπολης είναι η επαφή με το ύπαιθρο. Η πλήρης ανυπαρξία υπαίθριων χώρων πραγματικά ξενίζει. Το κτίριο είναι ένας σφραγισμένος περίκλειστος χώρος και η σχέση με το έξω είναι μόνο οπτική. Μόνον το καφέ-εστιατόριο (που τόσος λόγος έγινε άσκοπα σε σχέση με τις μεσοπολεμικές πολυκατοικίες και την περιβόητη θέα που εμπόδιζαν προς τον βράχο) εκτονώνεται σε υπαίθριο χώρο πάνω από το στέγαστρο της εισόδου.  Γιατί, αν υπάρχει ένα μεγάλο δίδαγμα από την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική, είναι ακριβώς αυτό! Η σχέση των κτιρίων με το τοπίο και το φως. Οι μεταβατικοί χώροι που κάνουν το πέρασμα από το έξω στο μέσα ομαλά και όχι απότομα, η σταδιακή διάχυση των ηλιακών ακτίνων πάνω στις κατάλληλα επεξεργασμένες επιφάνειες και τα υλικά, οι σκιές και το ημίφως που αναδεικνύουν λεπτομέρειες και υφές. Και αυτό είναι κάτι που δυστυχώς απουσιάζει εμφατικά από το  Νέο Μουσείο της Ακρόπολης.

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes