Παρασκευή, 02 Μάρτιος 2012 12:27

Απολαύσεις Αντίο - Κρίμα που Είναι Πόρνη, Barbican

του Εμμανουήλ Μονρόε

Λονδίνο, Φεβρουάριος 2012


Κρίμα που Είναι Πόρνη (‘Tis a Pity She’s a Whore),

John Ford (1586 – ca. 1639)

Από την θεατρική ομάδα Cheek by Jowl

Silk Street Theatre, Barbican. 16 Φεβρουαρίου-10 Μαρτίου 2012.

 

'Up-to-the-minute design, a blazing,
daring vision - a masterful evening'
Le Figaro
, για την παράσταση.

 

Γνώριμους λονδρέζικους δρόμους τις τελευταίες μέρες γυρνώ ξανά, ο φακός μου είναι όργανο εύρεσης ελπίδας, το ύστατο καταφύγιό μου σε έναν κόσμο ηλεκτρονικά εχθρικό, κοινωνικά βαρετό, προς τη βαθιά ειλικρίνεια εχθρικό, προς την αποχαύνωση της πιστωτικής κάρτας ιερό, προς το βιβλίο, τις ιδέες, την τέχνη του έσω αμείλικτος, ειρωνικός εχθρός. Υπήρξα ένας μοναχικός, σιωπηλός μάρτυρας, μάρτυρας δηλαδή ανάπηρος που κοιτάζει από το παράθυρο την γειτονιά των άλλων, του μεγάλου μυθιστορήματος του Λονδίνου από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Μάρτυρας-παρατηρητής λίγων ημερών, διακοπτόμενων βδομάδων, σκόρπιων μηνών. Αν δεν έπαιρνα βαθιές ανάσες σχετικής ηρεμίας από το εντελώς ηλίθιο, στρουθοκαμηλικό μηδέν της μοντέρνας νεοελληνικής ζωής, τότε, ναι, το Λονδίνο-i-phone θα το μισούσα.

Υπάρχουν εν τούτοις αρκετοί σοβαροί άνθρωποι στο Λονδίνο. Είναι εκείνοι που κατανοούν την βαθιά πνευματική ερήμωση που καθρεπτίζεται, λες πλέον μπεργκμανικά, στις οθόνες του ψηφιακού υπνωτισμού. Μερικοί από αυτούς ήταν στο θέατρο Silk Street Theatre του barbican, την 20η Φεβρουαρίου. Η παράσταση ήταν του θιάσου Cheek by Jowl, του εγγλέζου Declan Donnellan, ο οποίος ίδρυσε την ομάδα μαζί με τον Nick Ormerod το 1981. Ομάδα διάσημη στον θεατρικό κόσμο κυρίως της αγγλοσαξονίας για τη δουλειά της, φαντάζομαι σε ζητήματα εργασίας των ηθοποιών, ρυθμού, σκηνοθετικής ουσίας, τεχνικής, κ.τ.λ. Ο Donnellan έχει επίσης εκδώσει ένα βιβλίο, το The Actor and the Target, και ως άνθρωπος του θεάτρου, είναι σεβαστός από πολλούς στην Αγγλία. Γνώρισα, μάλιστα πρόσφατα, εδώ, έναν θεατράνθρωπο σοβαρό, που μου μίλησε με τα καλύτερα λόγια για την συνολική δουλειά των Cheek by Jowl.

Το Barbican είναι ένα καλλιτεχνικό-θεατρικό σούπερ μάρκετ του Λονδίνου. Πολλοί το ζηλεύουν στην Ελλάδα. Έκαναν τα πάντα εξάλλου, ως δήμαρχοι της νεοελληνικής επαρχίας, επειδή η δημοσκοπική κοινωνία της GPO ήθελε επιτέλους να μετατοπιστεί στον ευρωπαϊκό χώρο, να το μεταφέρουν και στα χώματα γύρω από την Ακρόπολη. Και εν μέρει, με τον δικό τους βέβαια, διεστραμμένο τρόπο, τα κατάφεραν. Για ένα διάστημα (καλύτερα από το τίποτα). Η κ.σημιτική ονείρωξή τους δεν ευτύχησε να διαρκέσει πολύ. Αλλά το Barbican, λοιπόν, παράδειγμα κλασικό ενός πανάκριβου αρχιτεκτονικού κουτιού, απαστράπτον μέσα στο μινιμαλιστικό του ύφος, κατ’ αρχάς μου φωνάζει εκκωφαντικά: Εμπόριο. Μετά, αν τύχει, κανένα πιθανό νόημα, στις υποσημειώσεις. Στο Silk Street Theatre του Barbican, η παράσταση: Κρίμα που Είναι Πόρνη. Δεν ξέρω αν ποτέ θα βρω κάτι δικό μου σε αυτό το έργο, δεν έχει τόση σημασία. Πρόκειται για ένα ακραίο Ρωμαίο και Ιουλιέτα.

Στον ρόλο της Annabella, η Lydia Wilson. Ο θίασος -έντεκα ακόμη ηθοποιοί- βγαίνουν εντυπωσιακά στη σκηνή. Χορεύουν, ιδρώνουν, κινούνται με ένταση γύρω από το κρεβάτι που έχει τοποθετηθεί στο κέντρο, πίτσες από κάτω του, ένα cd player στα αριστερά, πίσω του ένα μπάνιο και στα πλάγια χώροι εξόδου των ηθοποιών. Ο λόγος της παράστασης, ο λόγος ενός λαϊκού αγγλικού θεάτρου του δέκατου έβδομου αιώνα, σε πλήρη ρυθμική λειτουργία με την κίνηση, τις χειρονομίες, τη σκηνοθετική κατεύθυνση και το στίγμα της απεύθυνσης. Ήταν όλα τους, ήταν όλοι τους καλοδουλεμένοι.

Και άρα ως καλοδουλεμένο το αντιμετωπίσαμε, μαζί του περάσαμε δυο ώρες μιας ευχάριστης θεατρικής εξόδου, μυρίσαμε αέρα άνετων καθισμάτων, τρυφερού υφάσματος, σχεδόν λεπτού βελούδου, εξαιτίας αυτού συναντηθήκαμε με τους φίλους μας, πήγαμε μετά μαζί τους για κρασί, συζητήσαμε για μερικές επιλογές του έργου, της σκηνοθεσίας, ποιος ήταν καλύτερος, ποιος δεν ήταν, κ.ο.κ. Δεν είπαμε κουβέντα για το ίδιο το έργο. Κουβέντα. Μιλήσαμε λίγο για την πλοκή του έργου. Μιλήσαμε για τα τεχνικά της παράστασης. Για την ουσία του έργου, τίποτα. Η παράσταση του Κρίμα που Είναι Πόρνη, των Cheek by Jowl εναρμονίστηκε σαν συνετός απόγονος με την προδιάθεση της εποχής: Το αποτέλεσμα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να «πίνεις ποτάκι μιλώντας για τέχνη».

Τι είδε ο Declan Donnellan εκεί μέσα; Τι ήθελε να κάνει με την οντολογία του έργου; Συνεκδοχικά, ο νους μου πηγαίνει στον Χουβαρδά, στο Εθνικό. Εκεί όπου ζητείται η χρυσή τομή μεταξύ εμπορικού και καλλιτεχνικού προϊόντος. Ο εκφραστικός, σωματικός, φωτιστικός, τηλεοπτικός, μαρκετικός, ρυθμικός, ο Καλοδουλεμένος σύγχρονος κόσμος του θεάματος δεν μπορεί να σώσει κανέναν από τους αναλογικούς εφιάλτες της ερήμωσης, δεν είναι δυνατόν να προκαλέσει χαμηλόφωνες, ουσιαστικές κουβέντες πάνω από ένα τραπέζι. Προορισμός του είναι η Κουβεντούλα.

Όχι, δεν εξοργίζομαι. Αυτά έχουν σχετικώς παρέλθει. Αν όμως σταματήσω να εξοργίζομαι, θα βρίσκομαι πλέον δίπλα στο νεκρό μου σώμα.

Συνεπώς, όχι, η σχετικά τίμια προσπάθεια της Lydia Wilson να αποδώσει έναν χαρακτήρα τραγικό, του Laurence Spellman να κατασκευάσει τον απόλυτο υπηρέτη του Κακού, του Jack Gordon να κρατήσει στα χέρια του μια ξεριζωμένη αδελφική καρδιά όπως έπρεπε, δεν με έπεισαν, έμειναν όλα αιχμάλωτα (εκφάνσεις ανθρώπινης καλοσύνης) στον κυρίαρχο τύπο: τον εξωτερικό, ανέκφραστο φορμαλισμό της μετα-δηλωτικής τέχνης. Σε αυτό μου θύμισε τον ανεκδιήγητο Ostermeyer.

 

 

ANNABELLA.

Pleasures, farewell, and all ye thriftless minutes
Wherein false joys have spun a weary life!
To these my fortunes now I take my leave.
Thou, precious Time, that swiftly rid’st in post
Over the world, to finish up the race
Of my last fate, here stay thy restless course,
And bear to ages that are yet unborn
A wretched, woeful woman’s tragedy !
My conscience now stands up against my lust,
With depositions character’d in guilt,

Enter Friar, below.

And tells me I am lost: now I confess;
Beauty that clothes the outside of the face,
Is cursed if it be not cloth’d with grace.
Here like a turtle, (mew’d up in a cage,)
Unmated, I converse with air and walls,
And descant on my vile unhappiness.
O Giovanni, that hast had the spoil
Of thine own virtues, and my modest fame;
Would thou hadst been less subject to those stars
That luckless reign’d at my nativity!
O would the scourge, due to my black offence,
Might pass from thee, that I alone might feel
The torment of an uncontrouled flame!

Επιστροφή Επάνω