Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Η βόλτα του Γιοχάνες

του Γιάννη Αστερή
Nicola_Villa_Walking


μια πιο σωστή διατύπωση και το γενικό σχήμα της μελέτης δέθηκε κάπως πιο σφιχτά, για να λέει αυτό που θέλει να πει καθαρά και ξάστερα και χωρίς περιττά στολίσματα ή άλλα… ψιλολόγια. (… κι οπότε αν δεν είναι σα να γίνανε όλα από την αρχή…).

Πρόκειται, πρώτα απ' όλα, για ζητήματα συλλογικότητας, μια και, κακά τα ψέματα, για να ενοχληθείς από το νέο μουσείο της Ακρόπολης ή για να συγκλονιστείς από το νέο μουσείο της Ακρόπολης ή για να ανησυχήσεις από τη βαριά σαν μολύβι αδιαφορία μέσα σου για το νέο μουσείο της Ακρόπολης, θα χρειαζόταν, ή μάλλον θα ήταν εκ των ων ουκ άνευ, μια θεμελιώδης και ισχυρή αίσθηση της διευρυμένης αστικής κοινότητας, εκείνη η συμφιλίωση με το περιβάλλον σου που γεννά μίση και έρωτες για τα πράγματα και τους ανθρώπους, όταν τα πράγματα και οι άνθρωποι έχουν ζωή κι εσύ συνομιλείς κάθε στιγμή μαζί τους σε σημείο τέτοιο ώστε να συντονίζονται οι αναπνοές. Ακούγεται σχεδόν προφανές, ίσως και κοινότοπο, κι ακούγεται προφανές και κοινότοπο με τον τρόπο που καθετί μη βιωμένο και ξένο γίνεται οικείο όχι καθεαυτό, αλλά μόνο με την επανάληψη του ονόματός του. Θέλω να πω ότι κανείς δεν μας έμαθε, χοντρικά από την απελευθέρωση και μετά, τι θα πει κατοικώ στο άστυ. Κανείς μας δεν το ήξερε, κανείς μας δεν το έμαθε και είναι ακόμα τόσο ακατανόητο που, τουλάχιστον σαν κάτοικοι μιας πόλης, σκεφτόμαστε σε κλίμακα οικοδομικού τετραγώνου. Για να καταλήξω στο στόχο του παρόντος κειμένου, θα χρησιμοποιήσω ως άξονα τον Άρη Κωνσταντινίδη (στον οποίο ανήκουν και τα συνοδευτικά παραθέματα), κι αυτό όχι γιατί είναι ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες (που είναι), ούτε γιατί είναι ένας μείζων αριστοτέχνης της πρόζας (που είναι), μα γιατί μες στη δική μου ματιά πρόκειται για το μοναδικό δυνατό πρότυπο του έλληνα διανοούμενου και τεχνίτη (μιλάω πάντα για την αρχιτεκτονική), στο βαθμό που η εμμονική του προσήλωση στο έργο του προς όφελος μιας συλλογικότητας κατά το δυνατόν εφικτής, αντί να αποδυναμώνεται καθώς την απομονώνουν, οξύνεται, αγριεύει, θεριεύει και μένει ανυποχώρητη μέχρι τέλους. Και ισχυρίζομαι ότι αυτή η μανία του αμυνόμενου που επιτίθεται άσκοπα, είναι η ευτυχέστερη μοίρα ενός τεχνίτη που είναι καταδικασμένος να παθιάζεται για την τέχνη του μέσα σ' ένα περιβάλλον που αγνοεί ή αδιαφορεί για την τέχνη του και γι' αυτό, στο βάθος, μισεί την τέχνη του[1].

Δεν έχουμε σήμερα ελληνική αρχιτεκτονική - κι ας μη θυμώνει κανένας!

Θεωρώ αναγκαία μια μικρή ιστορική αναδρομή, κι ας γίνω πληκτικός:

Το 1832, οι νέοι αρχιτέκτονες Σταμάτιος Κλεάνθης και Eduard Schaubert, μετά από πρόσκληση του Όθωνα, συνέταξαν την πολεοδομική τους μελέτη για τη νέα πρωτεύουσα, αυτή που ο Κωνσταντινίδης αποκαλεί Σχέδιο για την Πρωτεύουσα, βάσει της τοπογραφικής αποτύπωσης της παλιάς πόλης που πραγματοποίησαν αυτή και την προηγούμενη χρονιά. Οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ, από τη μια μαθημένοι στην αυτοκρατορική αρχιτεκτονική της Κεντρικής Ευρώπης, άρα στη δόμηση με κέντρο το ανάκτορο, και από την άλλη έχοντας και γνώση και ενδιαφέρον γύρω από τις μεσογειακές ή ακόμα τις ελληνικές ιδιαιτερότητες του κλίματος, της γεωγραφίας, των αρχαίων καταλοίπων κλπ, πρότειναν στη λεγόμενη Περιγραφή του σχεδίου της νέας Αθήνας[2] μια τριγωνική-ακτινωτή διάρθρωση αλά Πετρούπολη ας πούμε, με τη διάταξη των κύριων οδών σε τριγωνική μορφή και αυτή των οδικών αξόνων Σταδίου και Πειραιώς σε διαγώνια μορφή. Το παλάτι στη μελέτη τους, οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ το ήθελαν στη βόρεια κορυφή της Αθηνάς, εκεί που είναι η σημερινή Ομόνοια δηλαδή, σε αντίθεση με τον Leo von Klenze, στον οποίο ανατέθηκε η τροποποίηση του σχεδίου των Κλεάνθη και Σάουμπερτ μετά την απόρριψή του (αλλά αφού είχαν χαραχτεί οι κύριες οδοί), που προτιμούσε το παλάτι είτε στον αποκαλούμενο λόφο των Νυμφών είτε, δευτερευόντως, στον Κεραμεικό. Οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ τόνισαν με πείσμα την αναγκαιότητα της ανασκαφής στις βόρεια και νότια πλευρές της Ακροπόλεως, και στο Σχέδιό τους η νέα πόλη εκτείνεται προς το βορρά μετά το χώρο των ανασκαφών. Ακολούθησαν και άλλες προτάσεις μετά την τροποποίηση Κλέντσε, εν τέλει όμως η πόλη επεκτάθηκε σχεδόν απρογραμμάτιστα με τη λεγόμενη προσθετική παράθεση στο χώρο και το σημείο όπου θα χτιζόταν το παλάτι αποφασίστηκε στο τέλος του '35/αρχές του '36 από τον Λουδοβίκο Α' της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα. Αξίζει ν' αναφερθεί η ιδιοφυής πρόταση του μεγάλου Schinkel (δασκάλου των Κλεάνθη και Σάουμπερτ), ο οποίος τοποθετούσε το παλάτι ούτε λίγο ούτε πολύ πάνω στην Ακρόπολη, ιδέα που ακόμη και σήμερα ξενίζει για την εξωφρενική της τόλμη στα μάτια μας, μα που όχι μόνο δεν ήταν εξωφρενική, αλλά πρότεινε μια θαυμάσια, ρομαντικής αφετηρίας συμβίωση της κλασικής και της αρχαίας κληρονομιάς με το παρόν, εν αντιθέσει με τη μουσειακή λογική των περίκλειστων αρχαιοτήτων που επικράτησε και επικρατεί ακόμα. Αξίζει επίσης να δει κανείς τα σχέδια αυτού του σχεδίου του Σίνκελ για το υπόγειο-ισόγειο ανάκτορο πάνω στο λόφο, με το γιγαντιαίο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου και τη βαριά διακριτικότητα του συνόλου δίπλα στον Παρθενώνα. Σε κάθε περίπτωση, το όραμα για την Αθήνα - πόλη επί λόφων παρέμεινε απραγματοποίητο.

SCHINKELPARTENON2

Στο μνημόνιο που απευθύνει ο Λύσσανδρος Καυταντζόγλου στον Όθωνα, επικρίνοντας την Αθήνα των Κλεάνθη και Σάουμπερτ γιατί προσιδιάζει μάλλον σε κήπο παρά σε πόλη, περιγράφει αρκούντως γλαφυρά το τι έγινε στη βόρεια πλευρά του Λόφου από την έλευση της Αντιβασιλείας μέχρι ν' αποφασιστεί και να πραγματοποιηθεί το σχέδιο: διότι οι άνθρωποι ηναγκάσθησαν εις τοιαύτην περίστασιν να ανεγείρουν εν βία τας κατηδαφισμένες οικίας των, άνευ τινός προσδιορισμού. Ούτω διατρεξάντων των πραγμάτων, η ελπίς της επιδιορθώσεως ηφανίσθη, παν δε σχέδιον και πάσα ιδέα καλλωπισμού της πόλεως εματαιώθη μέχρι της σήμερον… Οι παλιότεροι κάτοικοι της Αθήνας, γράφει ο Καυταντζόγλου, οι ιδιοκτήτες των οικοπέδων δηλαδή, ζητούσαν από την Κυβέρνηση υπέρογκα ποσά προς αποζημίωση, η Κυβέρνηση δεν κατάφερε φυσικά να τα δώσει και άρχισε η άτακτη ανοικοδόμηση της νέας πόλης πάνω στα ερείπια της παλιάς πόλης. Το αρχαίο κέντρο καθυστέρησε να διευρυνθεί, η Πλάκα οικοδομήθηκε αυθαίρετα και όπως-όπως και η οικοδόμηση συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Το ίδιο συνέβη στον Κεραμεικό, το ίδιο συνέβη στην Ακαδημία. Η ιδέα των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, που εκφράστηκε πιο ολοκληρωμένα από τον Καυταντζόγλου, για ένα αρχαιολογικό πάρκο γύρω από την Ακρόπολη, κατατροπώθηκε κι αυτή εν τη γενέσει της.

Και σίγουρα θα έχω να υποφέρω. Έτσι που δεν δέχουμαι συμβιβασμούς. Και που δεν μπορώ να παραμερίσω το ό,τι το πέρασα για σωστό. Που το χαρακτηρίζω και σαν αναγκαίο και απαραίτητο και αναντικατάστατο. Και που θέλω να τα έχω όλα τέλεια και λιτά και απλά και αυτονόητα.

Ας φανταστούμε τώρα τον κάτοικο της πόλης μας. Να δούμε τι είναι αυτό που μπορεί να του φαίνεται τέλειο και λιτό και απλό και αυτονόητο. Να καταλάβουμε τι είναι αυτό που μπορεί να τον ταράξει εκτός του σπιτιού του, σ' ένα μουσείο ας πούμε, σε μια καφετέρια, σ' ένα πάρκο ή στο δρόμο. Γιατί προσπαθώ να καταλάβω αν είναι ανοιχτός σε θετικά ερεθίσματα, αν συγκινείται ασυνείδητα ή συνειδητά, αν οχυρώνεται απέναντι στις ασχήμιες ή τις ανακολουθίες, αν ζαλίζεται από τον ήλιο και αναζητά υπόστεγα, αν ανοίγει το μάτι του στην άπλα και πιάνεται το στομάχι του στην κλεισούρα, ή αν του είναι όλα αυτά αδιάφορα, κι αν είναι, ποια είναι η ποιότητα αυτής της αμετοχής. Ας πούμε ότι είναι πλάνης, για να θυμηθούμε τον Benjamin[3], ας τον πω εγώ σουλατσαδόρο που επιχειρεί το σουλάτσο του στο κέντρο της πόλης μας, κι ας τον προσγειώσουμε ξαφνικά, με τον δείκτη και τον αντίχειρα, κάπου στην Αρεοπαγίτου ή κάπου στην Πανεπιστημίου ή κάπου στην Αμαλίας ή κάπου αλλού, λίγη σημασία έχει. Κι έχει λίγη σημασία γιατί δεν μπορώ να τον φανταστώ παρά μόνο με το κεφάλι σκυφτό, πού και πού το σηκώνει για να δει πού βρίσκεται και να χαρτογραφήσει στο μυαλό του την πορεία από το σημείο που τον απιθώσαμε μέχρι το σπίτι του ή από το σπίτι του μέχρι εκεί, λίγη σημασία έχει. Θα του δώσω ωστόσο μια ευκαιρία ν' απολαύσει τη διαδρομή. Δεν είναι ξένος, είναι όσο ντόπιος μπορεί να είναι ο κάτοικος της πόλης μας, δεν είναι χαζός, όχι όχι, έχει εκπαιδεύσει το μυαλό του να δουλεύει με γρήγορους και αποδοτικούς ρυθμούς ή, για να το πω αλλιώς, με αναγκαίους ρυθμούς, δεν είναι άσχημος, έχει χαράξει στο πρόσωπό του τα χαρακτηριστικά του πολίτη της πόλης μας (και, για να 'μαι απολύτως ειλικρινής, έχει κάτι αγέρωχο, μια αρχοντιά και μια γοητεία και ίσως-ίσως μια αυστηρότητα), δεν είναι ούτε φτωχός ούτε πλούσιος κλπ. Περπατά λοιπόν στην Αρεοπαγίτου, την έχει ξαναδεί, δεν είναι ο επαρχιώτης που ήρθε κι έπαθε, ο δρόμος τον οδηγεί, που λέει κι ο Μπένγιαμιν, σ' έναν αφανισμένο χρόνο, ο δρόμος γι' αυτόν, λέει ο Μπένγιαμιν, είναι πάντα απόκρημνος, κατηφορίζει επικίνδυνα προς το παρελθόν που του ασκεί ακαταμάχητο μαγνητισμό επειδή δεν είναι δικό του, δεν είναι ιδιωτικό. Και είναι αυτό το παρελθόν που τον συναρπάζει, το παρελθόν κάποιων άλλων, πάντως όχι το δικό του, ξαναλέω, και στο σημείο αυτό πρέπει να πω ότι ο σουλατσαδόρος μας είναι αρχιτέκτονας με εμπειρία και ταλέντο και γνώση, αρχιτέκτονας που μισεί ό,τι αποκαλείται γούστο ή αισθητική (την αποκαλεί αυτή κακή γερμανική εφεύρεση), και που αναζητά τον τύπο, το ελάχιστο περίγραμμα που εγκολπώνει δια της αφαιρέσεως ό,τι συνέλαβε σαν οικοδομικό παρελθόν του τόπου του. Αναρωτιέται ο σουλατσαδόρος αρχιτέκτονας για το λόγο που μάχεται τόσα χρόνια στην επαρχία και στην πόλη μας, τι είναι αυτό που προτείνει και κανείς δεν φαίνεται να δέχεται, πέρα από τους ελάχιστους συναδέλφους-δορυφόρους του. Η σκέψη του τινάζεται στις απλές γραμμές που περιγράφουν αυστηρά τον σκελετό, στα χρώματα του Πολυγνώτου, στη γοητεία του ασοβάτιστου οπλισμένου σκυροδέματος, στις βαριές κατασκευές που δεν επικάθονται αλλά φυτρώνουν σαν τις πέτρες και τα δέντρα. Λέει μέσα του ότι ποτέ δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για την ποιότητα της δουλειάς του, αυτό είναι εντυπωσιακό από μόνο του, από το πρώτο μέχρι το πιο πρόσφατο κτίριο που σχεδίασε, δεν αμφέβαλλε ποτέ για την κατεύθυνση που είχε επιλέξει, γι' αυτό και από καιρού εις καιρόν επαναλαμβάνει ότι δεν οφείλει τίποτα σε κανέναν. Και σκέφτεται πάλι και πάλι τη λαϊκή ή ανώνυμη αρχιτεκτονική του τόπου του, τον τρόπο που ο νησιώτης ή ο χωριάτης, μόνο από την εμπειρία και την αίσθηση του χώματος και του τόπου και του κλίματος, έφτιαξε κάποτε, και φτιάχνει ακόμα πού και πού, τα ιδανικά, στο μυαλό του σουλατσαδόρου μας πάντα, σπίτια-δέντρα, σπίτια-θάμνους. Και είδε ο ίδιος τη σημασία του υπαίθριου χώρου, την αξία του υπόστεγου. Ένα βαθύ ΥΠΟΣΤΕΓΟ στην κάψα του μεσημεριού, το καλοκαίρι. Όπου η σκιά έχει ένα δικό της φως και όλος αυτός ο υπόστεγος χώρος μια ηρεμία. Και για να είναι δροσερός, όπως τονε διαπερνάει και κάποιο αεράκι, που δεν ξέρεις από πούθε έρχεται. Και που έρχεται.

Επειδή όμως αυτό αρχίζει να ομοιάζει με κακοδομημένη κωμωδία, θα αποκαλύψω την απάτη: Δεν βρίσκεται σε καμιά Αρεοπαγίτου ο σουλατσαδόρος μας, δεν θα μπορούσε να βρίσκεται σε καμιά Αρεοπαγίτου. Πρόκειται για τον μικρό Γιοχάνες του Kierkegaard, που ζήτησε απ' τον μπαμπά του να του επιτρέψει να πάει μια βόλτα (το σουλάτσο μας) κι εκείνος, όπως πάντα, του αρνήθηκε. Αντιπρότεινε όμως ο πατέρας να πιαστούν χέρι-χέρι και να περπατάνε πάνω κάτω στο δωμάτιο, πράγμα που αρχικά φάνηκε βαρετό στον Γιοχάνες μας, μα που είπε να δοκιμάσει. Μετά από μερικές δοκιμές, και αφού δόθηκε στον Γιοχάνες η δυνατότητα να επιλέγει τη διαδρομή, ο πατέρας άρχισε να του περιγράφει με την παραμικρότερη λεπτομέρεια όλα όσα συναντούν στο δρόμο τους, μικρά σοκάκια και μεγάλους δρόμους, λιμάνια και χαρούμενους γνωστούς, εν ολίγοις όλα όσα προσδοκούσε ο Γιοχάνες από το σουλάτσο του. Το μικρό δωμάτιο έγινε μια μεγάλη πόλη. Και εδώ εντοπίζω, επιτέλους, τον πυρήνα του προβλήματός μου.

Κι αν, λοιπόν, δεν θα ήτανε καθόλου παράλογο να λέμε (-και να το παραδεχόμαστε) πως όπως χτίζεται ένα σπίτι, έτσι χτίζεται και μια πόλη (-για να ισχύει και το αντίστροφο)…, -και πως όπως ζει και κυκλοφορεί ένας άνθρωπος μέσα σε ένα σπίτι, έτσι ζει και κυκλοφορεί σε μια πόλη (-που κι εδώ μπορεί να ειπωθεί και το αντίστροφο)…, - και πως, τελικά, ένα σπίτι είναι μια πόλη και μια πόλη είναι ένα σπίτι…, -και πως, τότε, ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ δε μας δίνει μόνο μια ΑΘΗΝΑ-ΠΟΛΗ αλλά και μια ΑΘΗΝΑ-ΣΠΙΤΙ.

arcades-originalΕδώ, και εφόσον το πράγμα ήδη έχασε τη δυνατότητα της υγείας, λέω να ρισκάρω πια στο μέγιστο βαθμό, μπολιάζοντας την κουβέντα με σπενγκλεριανές σουβλιές. Λέει λοιπόν, επικίνδυνα, ως συνήθως, ο Spengler[4]: Ό,τι είναι για τον αγρότη το σπίτι του είναι για τον πολιτισμένο άνθρωπο η πόλη. Ό,τι είναι για κάθε σπίτι τα καλά πνεύματα είναι για κάθε πόλη ο προστάτης θεός ή άγιος. Η πόλη είναι επίσης ένα φυτικό ον. Καθετί νομαδικό, καθετί καθαρά μικροκοσμικό είναι ξένο προς την πόλη όπως και η αγροτιά. Γι' αυτόν τον λόγο η ανάπτυξη κάθε ανώτερης μορφολογικής γλώσσας συνδέεται με έναν τόπο. Λέει ο Σπένγκλερ, με άλλα λόγια, ότι ο σουλατσαδόρος αρχιτέκτονας, πέρα για πέρα και σε κάθε του κύτταρο αγρότης, μια και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σ' αυτόν τον τόπο, πέρασε το πνεύμα της κατοικίας του παρελθόντος του, των παιδικών του χρόνων, για αστικό θεό, πήγε να επαναλάβει τα πρότυπα ζωής που θυμάται (με το σώμα του), σε ένα περιβάλλον όχι μόνο ξένο, όχι μόνο εχθρικό και συντριπτικό, μα, στην ουσία του, ανύπαρκτο για τον ίδιο, εκείνο της ελληνικής πόλης, της Αθήνας αν θέλετε. Και αν η ψυχή της πόλης μιλάει μια νέα γλώσσα, που σύντομα θα είναι ταυτόσημη με τη γλώσσα του πολιτισμού γενικά, ο σουλατσαδόρος μας δεν γνωρίζει ούτε λέξη απ' αυτή τη γλώσσα, στέκει αρχικά απορημένος, κατόπιν δύσπιστος και στη συνέχεια τόσο τρομαγμένος εκεί που τον φυτέψανε, ή φυτεύτηκε μόνος του, αδιάφορο, ώστε το μόνο που του μένει για να επιβιώσει είναι να κατασκευάσει φρούρια για να προστατευτεί. Φρούρια στο Μετς και φρούρια στην Πεντέλη και φρούρια στη Βασιλίσσης Σοφίας και φρούρια στο Ψυχικό και παντού. Φρούρια ιδιοφυή, δυνατά, τέλεια, δεμένα με ό,τι θα ήταν τόπος από κάτω τους αν υπήρχε τόπος από κάτω τους. Και δεν έχει, χτίζοντας, τη σαφή συναίσθηση του φρουρίου, μα μόνο την αίσθηση της ασφάλειας εντός του, που είναι το ίδιο. Και θα γίνει δύσκολος, επιθετικός, ιδιόρρυθμος. Θα σκέφτεται πάντοτε τη λαϊκή αρχιτεκτονική του, την αγαπημένη λαϊκή αρχιτεκτονική του, τις παράγκες και τα υπόστεγα, τα ερείπια του παρελθόντος που τα θέλει μέσα του και γύρω του για να βρει λόγο να υπάρχει. Και θα φαντασιώνεται γκρεμίσματα και ξεριζώματα όταν το ζήτημα αγγίζει την προστασία αυτού του κόσμου που πέθανε: Και συνεχίζω (-με το πολεμικό μου μένος). […] …μια τρύπα (-με νερό), στα οπίσθια του Πολεμικού Μουσείου,…- κι ας σ' έχει καλά ο καλός ο Θεός σου… […] τα πρωτοπαλίκαρα του «μετα-μοντερνισμού» […] μα τότε (-βρε…άθλιε) […] έτσι πέρασε από το νου της Κυρίας Μελίνας, που μόνο θεατρικές χειρονομίες ξέρει να κάνει… […] Και θα διάλεγα δηλ. (-για να κατέβει το σημερινό Μουσείο από τον Ιερό Βράχο κάτω στην πόλη) όλη τη σειρά από τα οικοδομικά τετράγωνα, ανάμεσα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και την οδό Χατζηχρήστου-Ροβέρτου Γκάλλι και από την οδό Μακρυγιάννη μέχρι εκεί όπου η Ροβ. Γκάλλι συναντάει τη Διον. Αρεοπαγίτου, μπροστά από την πρόσβαση (-πεζοδρόμιο) προς τον Αγ. Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη. Κι αφού θα απομάκρυνα (-με απαλλοτριώσεις) όλα τα μικρά ή μεγάλα σπίτια που βρίσκονται σ' αυτά τα οικοδομικά τετράγωνα […], και θα φαντασιώνεται χτισίματα της νιότης του μέσα στο περιβάλλον του εχθρού του: θα… «φύτευα» (-έχτιζα) σ' αυτόν το χώρο ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ, σε όσο γίνεται χαμηλότερα μονώροφα χτίσματα, με αυλές και με αίθρια και με υπόστεγους (-ημιυπαίθριους) χώρους και σε μια διάταξη που θα εκτεινόταν σε μάκρος […] και όπου οι διάφορες αίθουσες του Μουσείου θα είχανε, ανάλογα με την έκτασή τους και διαφορετικά ύψη […], ώστε το φυσικό φως να έρχεται στις αίθουσες και από χαμηλά και από πιο ψηλά και πάντοτε από τα πλάγια. Σημειώνω ότι το κτίριο Βάιλερ θα το κατεδάφιζε και το οικόπεδο Μακρυγιάννη θα το μετέτρεπε, ορθότατα, σε «πάρκινγκ».

Προσπάθησε τώρα, αναγνώστη, να καταλάβεις τον σουλατσαδόρο αρχιτέκτονά μας, κάτι που δεν θα στο πρότεινα αν δεν ήταν εύκολο για σένα και για μένα, πιο εύκολο απ' το να καταλάβουμε την κακοφορεμένη στολή του αστού που ποτέ δεν γίναμε. Ποια είναι η μοίρα του φίλου μας, του σουλατσαδόρου που πάει πάνω κάτω στο δωμάτιο που πήρε για πόλη. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να οχυρώσει τις ιδέες του. Ιδού:

Και που αυτό θα σημαίνει, ίσως, (-τι άλλο να… υποψιαστώ;) πως όταν είναι να βγει κάτι το άρτιο, το τέλειο, αυτό θα βγει επειδή το θέλησε και το μπόρεσε ο ένας. Οπότε, λοιπόν, μετράει και για την αρχιτεκτονική, την αληθινή, η ατομική πρωτοβουλία και ικανότητα, που όσο πιο έντονη είναι, τόσο (-κι εδώ είναι το περίεργο…) πιο πολύ γίνεται γόνιμη και για τους άλλους. Και αλλού: Ό,τι κάνει κανείς μόνος του, με τη δική του δύναμη. Και πριν τονε πάρει χαμπάρι κανένας.

Ο φιλόσοφος των ορέων και του χώματος (ο ίδιος ο Σπένγκλερ) προκαλεί, αλλά οφείλω να τον παραθέσω: Και ο χωριάτης στέκει αμήχανος στο λιθόστρωτο, μια γελοία μορφή που δεν καταλαβαίνει τίποτε και δεν την καταλαβαίνει κανένας, αρκετά καλός για την κωμωδία και για να τροφοδοτεί αυτόν τον κόσμο με ψωμί. Για να μην τον παρεξηγήσουμε ολότελα, τάσσεται ασφαλώς με το μέρος του χωριάτη: Ευφυΐα (εννοεί στην πόλη) είναι η αντικατάσταση της ασυνείδητης εμπειρίας της ζωής από μια αριστοτεχνική διανοητική άσκηση, κάτι λιπόσαρκο και αδύνατο […] όσο λιγότερο υπάρχει η αίσθηση του αναγκαίου και αυτονόητου (να 'τες πάλι οι λέξεις που τόσο αγαπά ο Κωνσταντινίδης) στη ζωή, όσο περισσότερο εξαπλώνεται η συνήθεια να «κάνουμε τα πάντα σαφή», τόσο πιο πολύ καταπραΰνεται αιτιοκρατικά το άγχος της εγρήγορσης. Εκτός κι αν ανήκεις στους λίγους, στην ελίτ των δυστυχών που δεν παύουν να κάνουν τα πάντα σαφή κι ας ψάχνουν το αναγκαίο και το αυτονόητο και το λιτό και το τέλειο. Που τότε, όμως, θα χρειαστείς δυνάμεις κολοσσιαίες για ν' ανασάνεις.

Ο κλιμακούμενος κατά την ανάβαση στο λόφο μυστικισμός του Πικιώνη ήταν ανυπόφορος στον Κωνσταντινίδη (προραφαηλιτικά καλλιγραφήματα)· στον Πικιώνη, εξάλλου, το γούστο παίζει δομικό ρόλο, κι όταν λέω γούστο εννοώ αυτά που ο Πικιώνης έβλεπε σαν έκφραση μιας οργανικής σύνθεσης του πολιτισμού μας και που στεκόταν στο άλλο άκρο απ' όλα όσα εμπεριείχε για τον Κωνσταντινίδη η αφαιρετική αναγωγή που αποσκοπά στον τύπο. Η καλλιτεχνική φαντασία, το είπε κι αυτό, είναι πολύ επικίνδυνη, και σ' αυτό το σημείο θα μπορούσε να συνομιλήσει μέχρι και με τις ιδέες του Λόος για τον διάκοσμο. Πώς λοιπόν αυτός ο άνθρωπος, που μανιασμένα κυνηγούσε την αφαίρεση για να συλλάβει το κοινό και το κύριο, στάθηκε μέσα σ' ένα περιβάλλον που εννόησε δικό του ενώ δεν είναι κανενός; Ο Φιλιππίδης λέει ότι κατάφερε να εντάξει το άσχημο στην αρχιτεκτονική, και θα είχε ίσως τα δίκια του, αν μας όριζε αυτό το άσχημο. Λέει κάπου ο σουλατσαδόρος μας ότι μας χρειάζεται μια καινούργια όραση, μια σουβλερή ματιά, που να φτάνει ως τα κατάβαθα του είναι μας και να βγάζει στο φως της ζωής ό,τι πιο καλό κλείνουμε μέσα μας, δηλαδή, και πέρα από κάθε αμφιβολία, σκεφτόταν θετικά. Και ξαναρωτάω: Με ποιον τρόπο στάθηκε μες στο περιβάλλον του; Και μήπως με ρώτησε κανένας αν ήθελα να γεννηθώ και να βγω σε έναν κόσμο που δείχνει πως θέλει να είναι μόνο κακός και άσχημος; Αλλού: Αν μπορούσα θα τίναζα στον αέρα (σαν κακούργος δυναμιτιστής) όσα έχω χτίσει. Αφού κανένας δεν τα καταλαβαίνει, ούτε και ξέρει να τα χρησιμοποιεί και να τα κατοικεί, όπως τους αξίζει. Κι ακόμα, γιατί κανένας δεν θέλει να τα δει στην ποιότητά τους και στην κατασκευαστική τους τελειότητα και στο νόημά τους.

arisΣυνοψίζω και ολοκληρώνω: Αν απέτυχαν οι Βαυαροί να κάνουν πόλη την Αθήνα, δεν είναι γιατί δεν ήταν όσο ικανοί ή αποφασιστικοί χρειαζόταν, το Σχέδιο για την Πρωτεύουσα των Κλεάνθη και Σάουμπερτ (μαζί και η τροποποίηση Κλέντσε) απέτυχε γιατί αντιτέθηκε με ανεπανάληπτη βιαιότητα στην ουσία του σπενγκλεριανού χωριάτη αυτού του τόπου, ο οποίος με το που έφτασε στην «πόλη» (ή με το που τον σκούντηξαν), ξεκίνησε πάραυτα να χτίζει τις γειτονιές της νιότης του. Το Σχέδιο για την Πρωτεύουσα, που υπάρχει ακόμη, σχεδόν δυο αιώνες μετά, όχι σαν το Σχέδιο για την Πρωτεύουσα αλλά μάλλον σαν μια διαρκής σκέψη περί ενός Σχεδίου για την Πρωτεύουσα, είναι ακατανόητο στον σουλατσαδόρο και σε σας και σε μένα, που ζούμε στην Πρωτεύουσα χωρίς αίσθηση του πεπρωμένου, που ζούμε εν τέλει στην Πρωτεύουσα στρεφόμενοι μεταφυσικά προς τον θάνατο, που λέει και πάλι ο Σπένγλερ. Δεν θέλουμε να ζήσουμε ως πλήθος, έφη Σπένγκλερ. Είμαστε καταδικασμένοι ν' ανησυχούμε, στην καλύτερη περίπτωση, στην ιδανική, ας πούμε, περίπτωση, μόνο για τη γειτονιά μας· δεν κατανοείς, συμπολίτη, αυτά που μπορεί να σημαίνει μια πόλη. Περπάτα, σουλατσαδόρε μας, στην Αρεοπαγίτου και στάσου μπρος στο βυθισμένο χωρατό του Tschumi. Σ' ενοχλεί η γωνιώδης πέργκολα;, σ' ενοχλεί η εγγύτητα με τα βυζαντινά κάτω απ' τα πόδια σου;, μπες μέσα και κοίταξε γύρω σου, σουλατσαδόρε, δες το θαυμάσιο χρώμα του σκυροδέματος και πώς επιτρέπει να διαγραφούν τα όρια των αγαλμάτων της νιότης σου, και πες μου την αλήθεια, σ' ενοχλεί το μάρμαρο που διαλύει το φως στο χώρο;, σε αποσυντονίζουν οι ίνοξ επιφάνειες και αναρωτιέσαι πώς στο διάολο ταίριαξαν οι Τσουμί και Φωτιάδης το θαύμα του σκυροδέματος με το εκτυφλωτικό μάρμαρο και τις ίνοξ επιφάνειες;, συνέχισε το σουλάτσο σου, σουλατσαδόρε, προς τις Καρυάτιδες, τις βλέπεις καλά από πίσω αλλά καθόλου από μπροστά γιατί οι μύτες σας αγγίζονται, πήγαινε απέναντι να τις δεις προοπτικά, τώρα είναι μακριά οι Καρυάτιδες, νιώθεις να εκνευρίζεσαι;, θέλεις να ουρλιάξεις;, δεν ανιχνεύω πάντως αυξημένους παλμούς στη σουλατσαδόρικη καρδιά σου, ανέβα ακόμα πιο πάνω και παρατήρησε τον παραλληλισμό με το κτίσμα της νιότης σου απέναντι, συνομιλείς μαζί του ή σκέφτεσαι ότι πρόκειται απλώς για μια ακόμη ανοησία;, και άλλα και άλλα, φίλε σουλατσαδόρε, άλλα πολλά που θα μπορούσε να πει κάποιος που ενδιαφέρεται. Να σου πω εγώ τι νιώθεις εκεί στην Αρεοπαγίτου. Τίποτα δεν νιώθεις, τίποτα δεν σ' αγγίζει, πλήττεις, κουράζεσαι, θέλεις να γυρίσεις σπίτι σου. Θέλεις να βγεις από κειμέσα γιατί νιώθεις σαν έκθεμα, έχεις φύγει απ' τη γειτονιά σου και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, σαν εκείνον τον άμοιρο απ' το Μοριά που κάποτε, στα ένδοξα χρόνια της νιότης σου, τον έστειλαν στη Ρούμελη να πολεμήσει και τους πέρασε για τρελούς. Ο Le Corbusier λέει ότι ευτυχισμένες είναι οι πόλεις που έχουν αρχιτεκτονική, αλλά αυτό δεν μπορεί να συνεισφέρει στην κουβέντα μας γιατί ο Λε Κορμπυσιέ μιλά για πόλεις. Ο σουλατσαδόρος αρχιτέκτονάς μας, παρατηρεί αυτή τη φορά πιο εύστοχα ο Φιλιππίδης, φρόντισε να μπορούμε να δούμε το έργο του μέσα από τα μάτια του, από φωτογραφίες που τράβηξε ο ίδιος και γωνίες που επέλεξε ο ίδιος, κι αυτό μαρτυρά, λέω εγώ, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη σχέση που μπορούμε να έχουμε με την εν Ελλάδι σπουδαία αρχιτεκτονική, η οποία, ναι, κανέναν δεν αφορά εκτός από τους αρχιτέκτονες. Η επωδός είναι τούτη:

Εγώ τα λέω, εγώ τα ακούω. Εγώ τα γράφω, εγώ τα διαβάζω. Εγώ τα χτίζω, εγώ τα κατοικώ.

Και πού να πάω να κρυφτώ, για να μη με πιάνουνε εκείνες οι στενοχώριες, και για να μην αισθάνουμαι μακριά από όλους και ξένος και διαφορετικός. Λες και θα 'πρεπε να μην είχα γεννηθεί, ή να έπρεπε να ζω σε κάποιον άλλο πλανήτη, όπου δεν θα υπάρχουνε άνθρωποι, αλλά μόνο κάποια βράχια, κάποιες πέτρες, ώστε να έχω ένα διάλογο μαζί τους και μια συνεννόηση. Έτσι που και όπως υπάρχω σήμερα, μονάχα με τα χώματα και με τις πέτρες και με τα βράχια μπορώ να συζώ και να έχω κάποια μικρή, ή πιο μεγάλη, χαρά μαζί τους

και είναι η μόνη επωδός, μια και, συμπολίτη, συνοδοιπόρε και σουλατσαδόρε, πήραμε το σπίτι του Γιοχάνες για πόλη και δεν είμαστε άλλο από τον Γιοχάνες στο δωμάτιο, πιασμένοι χέρι-χέρι με τη νιότη μας για το σουλάτσο των δέκα τετραγωνικών. Και, για να σου πω κι ένα τελευταίο, μετά από πολλή σκέψη βρήκα τι είναι εκείνο το τέλειο και λιτό και απλό και αυτονόητο, ναι, αυτό το τέλειο και το λιτό και το απλό και το αυτονόητο και το αναγκαίο είναι μόνο ο φόβος, καλέ μου, είναι η αγωνία που μας δομεί μέσα σ' αυτό τον τόπο, όχι μόνο η αγωνία μιας ιδιοφυίας σαν τον Κωνσταντινίδη, που όμοιά της αδυνατώ να βρω αυτή τη στιγμή, αλλά είμαι και φορτισμένος, όχι μόνο δηλαδή η αγωνία του ελεύθερου πνεύματος, για το οποίο πάλι ο γερμανός (ο ίδιος ο Σπένγκλερ) λέει πράγματα όχι ευχάριστα: το ελεύθερο πνεύμα -μια μοιραία έκφραση!- φαίνεται σαν μια φλόγα που ανεβαίνει λαμπρή και ξαφνικά σβήνει στον αέρα, όχι μόνο, λέω, εκείνου η αγωνία, αλλά η αγωνία η δική σου και η αγωνία η δική μου, σουλατσαδόρων και πολιτών που χάσαμε τον εαυτό μας και θα πεθάνουμε σκάβοντας κι ελπίζοντας να ξαναβρούμε τον χαμένο εαυτό μας εντός του κόσμου μας, η αγωνία που, όπως τραγουδά ηρωικά και κεφάτα και, ναι, ανακουφιστικά η Τζόαν Μπαέζ, είναι ο θρίαμβός μας.

 

 


[1] Κι ας πει ο Loos πως Ένα πολύ μικρό μόνο μέρος της αρχιτεκτονικής ανήκει στην τέχνη: ο τάφος και το μνημείο.

[2] Erlaeuterung des Planes der Stadt Neu-Athen. Τις πληροφορίες τις αντλώ κατά κύριο λόγο από το έξοχο Εδουάρδος Σάουμπερτ του Αλέξανδρου Παπαγεωργίου-Βενετά, εκδόσεις Οδυσσέας.

[3] Passagen-Werk

[4] Der Untergang des Abendlandes, Η Παρακμή της Δύσης, στη θαυμάσια μετάφραση του Λ. Αναγνώστου, εκδ. Τυπωθήτω. Όλα τα παραθέματα από τον ασήκωτο, ηθικά και πνευματικά, δεύτερο τόμο.


LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes