Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Η κοινότητα αντιμέτωπη

του Jean-Luc Nancy

El Lissitzky - A Proun c.1925

El Lissitzky - A Proun c.1925

 

Η τωρινή κατάσταση του κόσμου δεν είναι ένας πόλεμος μεταξύ πολιτισμών. Είναι ένας εμφύλιος πόλεμος: είναι ο εσωτερικός πόλεμος μιας πολιτείας, μιας ευγένειας, μιας αστικότητας, που έχουν αρχίσει να ξεδιπλώνονται ώς τα πέρατα του κόσμου και, ως εκ τούτου, μέχρι το όριο των ίδιων τους των εννοιών. Εκεί στα όρια, μια έννοια αφανίζεται, μια τεντωμένη φιγούρα κομματιάζεται, ένα χάσμα φανερώνεται.

Δεν είναι όμως ούτε πόλεμος μεταξύ θρησκειών, ή καλύτερα κάθε λεγόμενος θρησκευτικός πόλεμος είναι πόλεμος εγγενής στον μονοθεϊσμό, ένα θρησκευτικό σχήμα της Δύσης και μέσα σ’ αυτήν ένα σχίσμα που μεταφέρεται, ξανά, στα όρια και στα πέρατα: στην Ανατολή της Δύσης και μέχρι το ρήγμα και το χάσμα, στο μέσον ακριβώς του θεϊκού. Διότι κάποτε η Δύση δεν θα είναι άλλο παρά η εξουθένωση του θεϊκού, σε όλες τις μορφές του μονοθεϊσμού, αδιάφορο αν εξουθενωθεί από αθεϊσμό ή από φανατισμό.

Εκείνο που πλησιάζει είναι η εξουθένωση της σκέψης μας για τον Έναν, και για τον μοναδικό προορισμό του κόσμου: η σκέψη εξουθενώνεται μέσα σε μια μοναδική απουσία προορισμού, μέσα σε μιαν απεριόριστη διαστολή της γενικής ισοδυναμίας, ή, ως εκ τούτου, μέσα στους βίαιους σπασμούς που βεβαιώνουν ξανά την παντοδυναμία και πανταχού παρουσία του Ενός που έγινε –ή ξανάγινε– η ίδια του η τερατωδία.[1] Πώς, τελικά, να είμαστε σοβαρά, απόλυτα, αδιαπραγμάτευτα άθεοι, παραμένοντας ικανοί να αντλούμε νόημα και αλήθεια από τον Έναν; Με ποιον τρόπο, όχι να βγούμε έξω απ’ τη θρησκεία –μια και στο βάθος αυτό έχει ήδη συμβεί, και οι κατάρες των φανατικών δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό (ίσα-ίσα είναι το σύμπτωμα, όπως ο «θεός» που χαράχτηκε στο δολάριο)– μα να βγούμε έξω απ’ το μονόλιθο της σκέψης που παρέμεινε δικιά μας (ταυτοχρόνως η Ιστορία, η Επιστήμη, το Κεφάλαιο, ο Άνθρωπος και/ή η Μηδαμινότητά τους...). Πάει να πει, πώς θα πάμε ώς την άκρη του μονοθεϊσμού και του αθεϊσμού που εμπεριέχει (ή εκείνου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τον «απόντα θεϊσμό» του) για ν’ αδράξουμε, απ’ την αντίθετη μεριά της εξουθένωσής του, οτιδήποτε ικανό να τραβηχτεί έξω απ’ τον μηδενισμό, να βγει από το εσωτερικό του; Πώς να σκεφτούμε το τίποτα δίχως να το μεταστρέψουμε σε παντοδύναμη και πανταχού παρούσα τερατωδία;

*

Το χάσμα που σχηματίζεται είναι εκείνο του νοήματος, της αλήθειας ή της αξίας. Όλες οι μορφές θραύσεων και ρήξεων –κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές– μέσα σ’ αυτό το χάσμα είναι που βρίσκουν τις συνθήκες της δυνατότητάς τους και το θεμελιακό τους σχήμα. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε: το πρωταρχικό στοίχημα πρέπει να το εκλάβουμε ως ένα στοίχημα της σκέψης, ακόμη κι όταν πρόκειται για τις υλικές του εμπλοκές (τους θανάτους από Έιτζ στην Αφρική ή τη φτώχεια στην Ευρώπη ή τις μάχες για την εξουσία στις αραβικές χώρες, ανάμεσα σε πλήθος παραδείγματα). Μια στρατηγική πολιτική και στρατιωτική είναι αναγκαία, όπως επίσης και η οικονομική και κοινωνική ρύθμιση, η επίμονη απαίτηση για δικαιοσύνη, αλλά και η αντίσταση και η εξέγερση. Πρέπει ωστόσο να σκεφτόμαστε ακατάπαυτα έναν κόσμο που –με τρόπο άλλοτε αργό κι άλλοτε κτηνώδη– εγκαταλείπει όλους τους εδραιωμένους τρόπους του να παράγει αλήθεια, νόημα και αξία.

Η τεράστια οικονομική ανισορροπία, τουτέστιν η ανισορροπία στη ζωή, στην πείνα, στην αξιοπρέπεια, στη σκέψη, είναι το αποτέλεσμα της ανάπτυξης ενός κόσμου που δεν αναπαράγει πλέον τον εαυτό του (που δεν ανανεώνει πλέον ούτε την ύπαρξή του ούτε το νόημά του) – αλλά πολλαπλασιάζει απεριόριστα την κοσμικότητά του, τόσο που δεν απομένει παρά μονάχα η ενδόρρηξη ή η έκρηξη: διότι στο κέντρο του απεριόριστου πολλαπλασιασμού ανασκάπτεται ένα ρήγμα, που δεν είναι άλλο παρά μια ανισότητα του κόσμου απέναντι στον εαυτό του, η αδυνατότητα να προικίσει τον εαυτό του με νόημα, αξία ή αλήθεια, η ορμητική πορεία προς τη γενική ισορροπία, η οποία μεταμορφώνεται σταδιακά στον πολιτισμό ως έργο θανάτου. Όχι απλώς σε μια μορφή πολιτισμού, αλλά στον Πολιτισμό, ίσως στην ιστορία του ανθρώπου και ίσως, μαζί μ’ αυτήν, στην ιστορία της φύσης. Καμμιά άλλη μορφή στον ορίζοντα, ούτε νέα ούτε παλαιά.

Ένθεν κακείθεν θέλουμε να επιδέσουμε την πληγή με τα γνωστά κουρέλια: τον θεό ή το χρήμα, το πετρέλαιο ή τους μυς, την πληροφορία ή τα ξόρκια, όλ’ αυτά που πάντοτε στο τέλος σημαίνουν τη μια ή την άλλη μορφή παντοδυναμίας και πανταχού παρουσίας.

Παντοδυναμία και πανταχού παρουσία – αυτά αξιώνουμε πάντοτε από την κοινότητα, αυτά αναζητούμε εντός της: κυριαρχία και οικειότητα, παρουσία εν εαυτώ αρράγιστη κι εξώκοσμη. Θέλουμε το «πνεύμα» ενός «λαού» ή την «ψυχή» μιας ομήγυρης «πιστών», θέλουμε την «ταυτότητα» ενός «υποκειμένου» ή την «ιδιότητά» του.

Δεν αρκεί –απέχει πολύ απ’ το να αρκεί– να καταγγείλουμε έναν ιμπεριαλισμό εδώ και πιο ’κει έναν φονταμενταλισμό (ονομασίες εξάλλου που μπορούμε ν’ αντιπαραβάλουμε). Αυτές οι καταγγελίες είναι σωστές και δίκαιες, όπως δίκαιο είναι να καταγγέλλονται εξαρχής οι συνέπειες της εκμετάλλευσης και του εξευτελισμού ολόκληρων πληθυσμών, οι οποίοι γίνονται μ’ αυτό τον τρόπο διαθέσιμοι για περαιτέρω εκμετάλλευση και εργαλειοποίηση. Αλλά εν τέλει, από το 1939 και μετά οι πόλεμοι δεν λαβαίνουν χώρα πλέον ως αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό ενός κόσμου που τους παρέχει τον χώρο (ακόμα κι αν αυτός ο χώρος είναι καταστροφικός): ο πόλεμος έγινε πόλεμος ενός κόσμου που ξεσχίζει τον εαυτό του διότι αδυνατεί να είναι ή να κάνει εκείνο που οφείλει να είναι: ένας κόσμος, που σημαίνει ένας χώρος νοήματος, είτε πρόκειται για νόημα χαμένο είτε για αλήθεια κενή.[2]

Να μιλά κανείς για «νόημα» και «αλήθεια» εν μέσω στρατιωτικών δονήσεων, γεωπολιτικών υπολογισμών, μαρτυρίων, μορφασμών βλακείας ή ψεύδους, δεν είναι «ιδεαλιστικό»: είναι ν’ αγγίζει το πράγμα καθ’ εαυτό.

Ένθεν κακείθεν του χάσματος του κόσμου το οποίο αποσκάφτηκε στ’ όνομα της «παγκοσμιοποίησης», βρίσκεται η κοινότητα που διαχωρίστηκε απ’ τον εαυτό της και στάθηκε απέναντι στον εαυτό της. Άλλοτε οι κοινότητες κατάφερναν ν’ αναλογίζονται τον εαυτό τους ξέχωρα κι αυτόνομα, χωρίς ν’ αποζητούν την ανάληψή τους σε μια καθολική ανθρωπότητα. Μα μόλις ο κόσμος σταμάτησε να γίνεται παγκόσμιος και μόλις ο άνθρωπος σταμάτησε να γίνεται ανθρώπινος (μ’ αυτή την έννοια, επίσης, γίνεται «ο τελευταίος άνθρωπος»), μόλις «η» κοινότητα άρχισε να ψελλίζει μια παράξενη μοναδικότητα (λες και θα ’πρεπε να είναι μοναδική και λες και θα ’πρεπε να κατέχει τη μοναδική ουσία του κοινού[3]), τότε «η» κοινότητα καταλαβαίνει ότι αυτή η ίδια είναι που χαίνει –χαίνει ανοιχτή στην ενότητα και στην ουσία της που ελλείπουν– και πως αντιμετωπίζει τούτο το ρήγμα μέσα της. Πρόκειται για κοινότητα ενάντια στην κοινότητα, ξένη κοινότητα ενάντια στην ξένη κοινότητα και οικεία κοινότητα ενάντια στην οικεία κοινότητα, ξεσχίζει τον εαυτό της και ξεσχίζει τις άλλες, που κι αυτές δεν έχουν τη δυνατότητα για επικοινωνία, ούτε για κοινωνία. Ο μονοθεϊσμός καθ’ εαυτόν αντιπαρατίθεται στον εαυτό του, όπως ο θεϊσμός κι όπως ο αθεϊσμός, και αποτελεί, για τον λόγο αυτό, το σχήμα της τωρινής μας κατάστασης.

Αυτή η αντιπαράθεση με τον εαυτό θα μπορούσε ν’ αποτελέσει τον νόμο του κοινωνείν, ακόμα και την ίδια την ουσία του: ιδού ένα πρόγραμμα για τη σκέψη – που συνοδεύεται αυτομάτως από ένα άλλο πρόγραμμα: η αντιπαράθεση, κατανοώντας τον εαυτό της, κατανοεί κι ότι η αμοιβαία καταστροφή καταστρέφει ώς και την ίδια τη δυνατότητα της αντιπαράθεσης, και μαζί της τη δυνατότητα του κοινωνείν ή του συνυπάρχειν.

Διότι αν το «κοινό» είναι το «συν», αυτό το «συν» ορίζει τον χώρο δίχως παντοδυναμία και δίχως πανταχού παρουσία. Μέσα στο «συν» υπάρχουν μονάχα δυνάμεις που αντιπαρατίθενται εξαιτίας του αμοιβαίου παιχνιδιού τους, και παρουσίες που απομακρύνονται η μια απ’ την άλλη επειδή πρέπει πάντοτε να γίνονται κάτι άλλο εκτός από καθαρές παρουσίες (δοσμένα αντικείμενα, υποκείμενα τονωμένα από τις βεβαιότητές τους, ένας κόσμος ακινησίας και εντροπίας).

Πώς να καταφέρουμε να κοιτάξουμε κατά πρόσωπο το χάσμα και τις αντιπαραθέσεις μας, όχι για να βουλιάξουμε μέσα αλλά για ν’ αντλήσουμε, κόντρα σε όλα, τη δύναμη ν’ αντιπαρατεθούμε στον εαυτό μας· αρχικά, έχοντας απόλυτη επίγνωση του σκοπού· ύστερα, με βλέμμα προς τα μέσα αληθινά εξεταστικό – δίχως αυτό η αντιπαράθεση δεν είναι παρά ένα σκούντημα ασαφές και τυφλό;

Παρά ταύτα, να κοιτάζεις μιαν άβυσσο κατάματα και ν’ αντικοιτάζεις τον εαυτό σου εντατικά, δεν είναι καταστάσεις ασύγκριτες, αν το βλέμμα του άλλου δεν ανοίγεται παρά μονάχα στο αδιερεύνητο: πάνω στο απόλυτο ξένο, μπροστά σε μιαν αλήθεια ανεξακρίβωτη μεν, αλλά απ’ την οποία πρέπει πάντοτε να βαστιέσαι.

Ξενότητα τριπλή: εκείνη του άλλου που απομακρύνθηκε, εκείνη του ίδιου που αποσύρθηκε, εκείνη της ιστορίας που στράφηκε προς στο μη-γεγονός, ίσως προς το αβάσταχτο. Ενάντια σε μια ηθική «αλτρουιστική» που αναμασιέται με ευλάβεια, πρέπει να εμμείνουμε στην τραχύτητα της σχέσης με τον ξένο, του οποίου η ξενότητα αποτελεί αυστηρή συνθήκη υπάρξεως και παρουσίας. Και πρέπει να εμμείνουμε σ’ εκείνο που, μπροστά στα μάτια μας, μας εκθέτει στη μελαγχολική ακτινοβόληση του ίδιου μας του μέλλοντος, του ίδιου μας του σπαραγμού. Δεν πρόκειται ούτε για την ενοχοποίηση της Δύσης ούτε για την επίκληση μιας μυθικής Ανατολής: πρόκειται για τη σύλληψη ενός κόσμου ρηγματώδη καθ’ εαυτόν και δι’ εαυτόν, ένα ρήγμα που έρχεται από τα βάθη της ιστορίας του και που πρέπει αληθινά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για το χειρότερο και μπορεί –ποιος ξέρει;– για κάτι λιγότερο κακό, να συγκροτήσει σήμερα το σκοτεινό του νόημα, νόημα όχι συσκοτισμένο, αλλά που η σκοτεινιά του αποτελεί θεμέλιο. Είναι δύσκολο, είναι αναγκαίο. Είναι η ανάγκη μας με τις δυο έννοιες της λέξης: είναι η φτώχεια μας κι η υποχρέωσή μας.

 

Μετάφραση: Γιάννης Αστερής

Επιστημονική επιμέλεια: Στάθης Παπασταθόπουλος

 


[1] Δεν είναι τυχαίο ότι οι περιοχές του κόσμου οι οποίες προς το παρόν παραμένουν μάλλον παρατηρητές του πολέμου (λαβαίνοντας ταυτόχρονα μέρος στην παγκοσμιοποίηση, για την ανάπτυξη ή για την πτώχευσή τους) είναι εκείνες στις οποίες η διαλεκτική ή η αποδόμηση του μονοθεϊσμού δεν έχει συντελεστεί, είτε επειδή ο χριστιανισμός (εδώ ο λατινοαμερικάνικος) έχει δομήσει διαφορετικά τη σκέψη (με τρόπο πιο «παγανιστικό» καθώς λέμε, ή λιγότερο «μεταφυσικό») είτε επειδή ο μονοθεϊσμός δεν έχει διεισδύσει σε σκέψεις πιο ετερογενείς σ’ αυτόν (η Ινδία ή η Κίνα δεν σκέφτονται, για να το πούμε χονδροειδώς, με όρους του Ενός, ούτε με όρους Παρουσίας). Απ’ τη μια η Δύση και η αυτοεξουθένωσή της έχουν διαχυθεί παντού, κι από την άλλη τούτη η ανομοιότητα –πάντοτε βαθειά σε τρεις τουλάχιστον κόσμους μες στον κόσμο μας– αποκρύπτει χωρίς αμφιβολία τις ευκαιρίες και τους κινδύνους του μέλλοντος.

[2] Αντιπαράδειγμα: όταν η Ρώμη έκανε πολέμους αστυνόμευσης στα σύνορα της Αυτοκρατορίας (όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν ασταμάτητα), η Ρώμη δεν ήταν ταυτοχρόνως ένα μέρος του κόσμου σε αντιπαράθεση με κάποιο άλλο: η Αυτοκρατορία ήταν μια τάξη ξέχωρη, οι επιμέρους λαοί συνιστούσαν μιαν άλλη.

[3]commun στο πρωτότυπο (σ.τ.μ.).

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes