Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Ο πόθος μιας υπέρτατης συγκίνησης

της Λίνας Πανταλέων

James Joyce - Bloom 1926James Joyce - Bloom (1926)

 

Ενρίκε Βίλα-Μάτας

Δουβλινιάδα

Μετάφραση: Νάννα Παπανικολάου

Καστανιώτης, 308 σελ.

 

Ο Σαμουέλ Ρίβα είναι ολοκληρωτικά κυριευμένος από τη διαρκή αίσθηση του τέλους του κόσμου, ίσως επειδή ο ίδιος τελειώνει με ραγδαίο ρυθμό από τη στιγμή που έκλεισε τον εκδοτικό του οίκο. Ο Ρίβα υπήρξε εκδότης μεγάλου κύρους και ανήκε στο σπάνιο είδος των διανοούμενων εκδοτών, εκείνων που απαιτούν ταλέντο όχι μόνο από τους συγγραφείς αλλά και από τους αναγνώστες τους. Τώρα όμως το μόνο που έχει απομείνει από το πρώτο ενικό του πρόσωπο, το προπύργιο της ταυτότητάς του, είναι ο εκδοτικός του κατάλογος με τα λαμπρά ονόματα, κανένα από τα οποία, ωστόσο, δεν αντανακλά τα πρωτογενή σπαράγματα αυτού του απολωλότος «εγώ». Ο εκδοτικός του κατάλογος απέκρυψε ανέκκλητα τα θεμελιακά γνωρίσματα του ανθρώπου που εξέδωσε όλα αυτά τα βιβλία αλλά και του ανθρώπου που ήταν ο ίδιος πολύ προτού διανοηθεί καν την έκδοσή τους. Η βιογραφία του ήταν πια συμφυής με τον έξοχο κατάλογό του και από τη στιγμή που ο τελευταίος είχε παύσει, γρήγορα θα έπαυε και η άλλη· ένα αμφίδρομο τέλος που θα έθαβε και τα δύο ατελή. Από το άλλο μέρος, ο Ρίβα νιώθει ολότελα εγκαταλελειμμένος από αυτά τα αλλοπρόσαλλα, ανυπόφορα, νευρωτικά αλλά σε κάθε περίπτωση αναπόφευκτα πλάσματα, τους συγγραφείς, και ζει σε ένα έρημο τοπίο όπου όλα δείχνουν αφιλόξενα. Το μοναδικό κείμενο που βρίσκεται πλέον στη διάθεσή του είναι ο ανεύρετος εαυτός του και οι ακίνητες ημέρες του, που σπαράζουν από την προσμονή ενός χαρισματικού συγγραφέα ο οποίος θα τους προσέδιδε ανεκλάλητη αφηγηματική χάρη. Η δυναστική αυτή προσμονή θυμίζει στον Ρίβα τη χείριστη αποτυχία του, την αδυναμία του να ανακαλύψει τον άγνωστο εκείνο συγγραφέα με το σχεδόν υπερφυσικό ταλέντο, το χειρόγραφο του οποίου θα είχε αποκλειστικό προορισμό τον εκδοτικό του οίκο. Αν, όπως πίστευε, το χάρισμα του πατέρα συνιστά εχέγγυο του καλού εκδότη, εκείνος με την οδυνηρή επίγνωση της υιικής του ιδιοσυγκρασίας, καθότι άκληρος, μοναχογιός και ισοβίως ικέτης της πατρικής αυθεντίας, όφειλε να σκεφτεί, ιδίως τώρα που υφίστατο τον απογαλακτισμό των οιονεί τέκνων του, αυτή την εγγενή έλλειψη του πατρικού ενστίκτου. Διότι δεν πρέπει να ήταν άσχετη με το πνεύμα του γιου που τον διακατείχε η εδραία ψευδαίσθησή του πως βρισκόταν υπό την άγρυπνη εποπτεία ενός πανάγαθου και παντοδύναμου πνεύματος, ενός συγγραφέα-φάντασμα που τον παραμόνευε ακούραστα, με σκοπό να κάνει τη ζωή του βιβλίο και να αποστάξει από όλα όσα δεν συνέβαιναν σε αυτή τις απροσμέτρητες διαστάσεις τους.

Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας συνθέτει μια περιπαθή ελεγεία στη λογοτεχνία και μετουσιώνει τις πιο αλγεινές αγωνίες της συγγραφής και τις πιο βαρύτιμες ανταμοιβές της ανάγνωσης σε ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα, όπου τα βιβλία κατακυριεύουν την επικράτεια της ζωής και αναδεικνύονται σε θύλακες του νοήματός της. Ο ήρωάς του είναι εκ θεμελίων διαβρωμένος από τα βιβλία, σε σημείο που αδυνατεί να διαχωρίσει την ανυπαρξία του από το τέλος του έντυπου κόσμου. Η ιδέα του να τελέσει μια νεκρώσιμη ακολουθία για την εποχή της τυπογραφίας, τίποτα λιγότερο απελπιστικό από έναν αντιπερισπασμό από τις ληθαργικές του ημέρες, δεν καταφέρνει εντέλει να συγκαλύψει την απώτερη επιθυμία του να κηδεύσει με τις δέουσες λογοτεχνικές τιμές τον εαυτό του, αδιαχώριστο μετά από τριάντα χρόνια από τους εκλεκτούς τίτλους του καταλόγου του. Διότι μπορεί ο ψηφιακός κόσμος, στον οποίο είναι και ο ίδιος εθισμένος μετά από την καθίζηση του βιβλιοφιλικού παροξυσμού, να διεμβολίζει σαν εωσφορικός κομήτης τον γαλαξία του Γουτεμβέργιου, αλλά παρ’ όλα αυτά εκείνος δεν μπορεί να αναλογιστεί κάτι πιο πικρό από τη δική του κηδεία. Όσο πνευματώδης και αν ένιωθε πολλές φορές, όταν διέκρινε ολοκάθαρα την παρωδία πίσω από τις υψηλόφρονες συλλογικές θρηνωδίες, δεν ήταν αρκετά φλεγματικός για να στοχαστεί με αφηγηματικό στιλ το θάνατό του, τον οποίο προλόγιζε με σαφήνεια το τέλος του ως εκδότη.

Ακόμα και ως επιμελητής του επικηδείου του ο Ρίβα προβάλλει ως μια φιγούρα αμιγώς ρητορική, ένα πρόσωπο υβριδικό που τις φλέβες του διαρρέουν παραθέματα λογοτεχνικών έργων. Προετοιμάζοντας το ταξίδι στο Δουβλίνο -η κηδεία της τυπογραφίας δεν θα μπορούσε να τελεστεί παρά στο μέρος όπου άστραψε ένα από τα κορυφαία αστρικά σημεία του γαλαξία του Γουτεμβέργιου, ο Οδυσσέας του Τζέημς Τζόυς- ο Ρίβα αρχίζει να μοιάζει ολοένα και περισσότερο σε λογοτεχνικό βιβλίο. Έγκλειστος στο βαρκελωνέζικο σπίτι του και υποχρεωμένος να βρίσκεται σε στενή επαφή με τις σκέψεις του μετά από διετή αποχή από το αλκοόλ, παραδίνεται στη μέθη της αναμονής, μετέωρος σε ένα διάστημα κενό, ιδανικό για νοερά ταξίδια. Μέσα σε αυτό το διακειμενικό κενό οι ήσσονες σπασμοί της καθημερινότητας προκαλούν ηλεκτρικές εκκενώσεις στην αναγνωστική του μνήμη από την οποία αναθάλλουν με όψη φασματική οικείες μυθιστορηματικές οντότητες. Η πραγματικότητα, αδρανής και άδεια, κατατέμνεται από συνεχείς αναγωγές σε σελίδες βιβλίων. Περιπλανώμενος στην απέραντη γεωγραφία των λέξεων με ορμητήριο την καταθλιπτική του ακινησία ο Ρίβα φαντασιώνεται τα ζηλευτά ταξίδια των συγγραφέων που αποδρούν από τα δωμάτια της γραφής σε τόπους ιδιόγραφους και εύχεται ένας από αυτούς να ερχόταν να τον συναντήσει και να είναι αυτός η ιδιοφυΐα που πάντα έψαχνε, ένας νέος πολύ ανώτερος από τους υπολοίπους, «ο οποίος θα ταξιδεύει μέσα στο δωμάτιό του καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο». Παράλληλα οι διαφυγές σε σημεία που είχε ήδη πάει διαβάζοντας, τον μεταφέρουν ολοένα και μακρύτερα από το δικό του δωμάτιο και τότε ο Ρίβα γίνεται επιτέλους ένας από εκείνους τους ήρωες που δέσποζαν στα καλύτερα μυθιστορήματα που εξέδωσε, «εκείνους τους απελπισμένους φουκαράδες ρομαντικού τύπου, πάντα μοναχικούς, χωρίς Θεό και προορισμό, που υπνοβατούσαν σε χαμένους δρόμους».

Σε ένα σημείο σπαρακτικό όσο και φαρμακερό ο Βίλα-Μάτας θέτει τον ήρωά του ενώπιον του αναπόδραστου ερωτήματος για ποιο λόγο έγινε εκδότης. Οι προσπάθειες απόκρισης εκ μέρους του αποκαλύπτουν μείζονες υπαρξιακές αντινομίες, τη διελκυστίνδα του ψυχισμού ανάμεσα στην αφοσίωση και την παραλυτική αβεβαιότητα, ανάμεσα στον ενθουσιασμό και τη φονική ανησυχία, ανάμεσα στην κατάπληξη και την πεζότητα, ανάμεσα στην αίσθηση μεγαλείου και τη λιτανεία κοινοτοπιών. Αν ο πρωταρχικός, και αναντίλεκτα ευγενής, λόγος που έγινε εκδότης ήταν η ανακάλυψη ενός ανεπανάληπτου αριστουργήματος, ο Ρίβα δεν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει επίσης πως η αναζήτηση αυτού του μοναδικού ταλέντου τού επέτρεπε να μεταθέτει την απογοήτευσή του στους άλλους και να ξεχνάει έτσι «την τραγική περίπτωση της προσωπικότητάς του, η οποία ήταν εντελώς άχρηστη στον τομέα της συγγραφής, και όσο για ευφυΐα, ούτε λόγος να γίνεται». Μόνο την ηθική του ευφυΐα παραδεχόταν, η οποία αποδείχθηκε απρόσφορη τόσο από επιχειρηματικής όσο και από ιδεαλιστικής πλευράς, ενώ γνώριζε ακόμα πως το μυαλό του διέθετε μια συγκλονιστική πτυχή ευφυέστατης ποταπότητας, η οποία ωστόσο αποξηράνθηκε όταν η αιθανόλη έπαψε να την αρδεύει. Το ταξίδι στο Δουβλίνο μοιάζει με ένα τέχνασμα φυγής, με ένα άλμα προς το αγγλικό μήκος κύματος, όπως το συμβολοποιεί ο ίδιος, στο οποίο ενυπάρχει η απαντοχή της ελαφρότητας, της αποδέσμευσης από τη βαρύτητα. Το αγγλικό άλμα του Ρίβα σημαίνει όμως και την προδοσία της γαλλικής κουλτούρας, η οποία μαζί με τον αριστερισμό και τη λάμψη της αυστηρότητάς του, υπήρξαν οι θεμέλιοι λίθοι της εκδοτικής του ιδιοπροσωπίας. Τελικά ο Ρίβα ήλπιζε πως πηγαίνοντας στο Δουβλίνο θα κατάφερνε να απεγκλωβιστεί από τη «διανοητική γειτονιά» του που τόσα χρόνια τον κρατούσε όμηρο. Ίσως όμως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αδημονούσε να βρει στο Δουβλίνο μια στιγμή στο κέντρο του κόσμου, μια στιγμή ένθεης επιφάνειας όπου «χρόνια και χρόνια αμφιβολιών, αναζητήσεων, αποριών, αποτυχιών, αποκτούσαν αίφνης νόημα και η άποψη περί του τι ήταν καλύτερο γι’ αυτόν του επιβαλλόταν σαν απολύτως προφανής». Φοβούμενος κατά βάθος πως δεν υπάρχει κανένας συγγραφέας τόσο ταλαντούχος για να μετατρέψει σε αφήγηση τη ζωή του και πως το μόνο βιβλίο που έπρεπε να γραφτεί για εκείνον ήταν η εξομολόγηση των εκδοτικών του προσδοκιών και απογοητεύσεων, βιβλίο κατά πάσα πιθανότητα πένθιμο, τον τυραννούσε η διάπυρη ανάγκη μιας τέχνης της ύπαρξης. Πάσχιζε να επινοήσει μια στιγμή κάπου στο μέλλον, σε ένα ιδεατό αλλού, την οποία θα ποθούσε να προσμένει. Το αγγλικό του άλμα ήταν ένα άλμα προς την άλλη πλευρά, επέκεινα της πραγματικότητας, στην πλευρά του υπέρτατου μύθου.

Αξίζει άραγε τόσο σαρωτικό, ψυχοβόρο πάθος για τα βιβλία; Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας απαντά στο μυθιστόρημα με μια φλογερή κατάφαση. Μέσα από την παραφορά της μυθοπλαστικής της υπεράσπισης η λογοτεχνία ανυψώνεται στην υπόσχεση μιας ουτοπίας, στην επαγγελία μιας μυθικής συγκίνησης. Είναι ένας συμβολικός τόπος άφθαστος, αλλά συνάμα τόσο προσιτός που αποκαλύπτεται μαγικά κάτω από ένα χέρι που αγγίζει μια σελίδα. Ακόμα και αν κανένα καλό βιβλίο δεν μπορεί να συγκριθεί με το ιδεώδες βιβλίο που ονειρεύεται για τον εαυτό του ένας εκδότης, ένας συγγραφέας ή ένας αναγνώστης, μπορεί πάντα να γίνει η αυταπάτη της πλήρωσης μιας άφατης προσευχής. Ενδεχομένως αν ένας εκδότης, ένας συγγραφέας και ένας αναγνώστης συναντιούνταν σε ένα λογοτεχνικό όνειρο, αυτό να ήταν η Δουβλινιάδα του Ενρίκε Βίλα-Μάτας.

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes