Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Η Μεγάλη Ομορφιά - μέρος 2

του Δημήτρη-Χρυσού Τομαρά

Tohaku Hasegawa 15391610 - Crows and Herons

Tohaku Hasegawa (1539–1610) - Crows and Herons

 

Αυτό που στ’ αλήθεια μάς αποκαλύπτει η ματιά της κάμερας που έλκεται προς τη Μεγάλη ομορφιά, είναι πως μπορεί να μιλήσει για την κενότητα του τεχνητά ωραίου, μα την ίδια στιγμή αδυνατεί να μιλήσει για αυτή την κενότητα καθαυτή –ν’ αδράξει τις ψυχικές αναταράξεις ενός προσώπου καθώς διασχίζει το κατώφλι απ’ όπου η ζωή αρχίζει ξαφνικά να αποκτά ορίζοντα νοήματος. Αυτό το τελευταίο μπορεί να συμβεί με έναν τρόπο: Μιλώντας απ’ ευθείας για ό,τι ελλοχεύει κάτω από το πέπλο της πραγματικότητας, πρώτον με απόλυτο σεβασμό στην ποιότητα της ίδιας της πραγματικότητας, και δεύτερον με άκαμπτη αφοσίωση στο προσωπικό βλέμμα που την βιώνει. Με άλλα λόγια, μιλούμε εδώ για τον διακαή πόθο του δημιουργού, την ταύτιση της γλώσσας του (των μέσων του) με τον πυρήνα της σκέψης του. Αν τα συναισθήματα και οι σκέψεις του προσώπου ενός έργου τέχνης περιγράφουν την απώλεια, τη σιωπή, τον φόβο, θα πρέπει να βρει τρόπο να αρθρώσει λόγο γι’ αυτά, που, στην περίπτωσή μας, σημαίνει να υψώσει την ψυχική εικόνα τους. Γιατί πίσω και κάτω από τα πράγματα, δεν θα βρεις παρά έναν κόσμο που εν τέλει γίνεται εσύ, ο ίδιος ο εαυτός, παράδεισος και κόλαση μαζί. Τα χρώματα και τα γέλια και τα ωραία πόδια και τα πλούσια σχήματα των αρχαίων μνημείων, το γαλάζιο του ουρανού, όλα αυτά μπορούν απλώς και μόνο να υπαινίσσονται τον κρυμμένο ενδοσκοπικό εαυτό του Τζεπ της Μεγάλης Ομορφιάς, που σαν ερωτευμένος παρατηρητής του πραγματικού ετοιμάζεται για ένα προσωπικό άνοιγμα (το βιβλίο που πρόκειται να γράψει δεν είναι άλλο από μια υπαρξιακή του ανάγκη να αναγνωρίσει, επιτέλους, και να παραδοθεί πάλι στις μύχιες δυνάμεις που τον πολιορκούσαν όλα αυτά τα χρόνια στα οποία ξεχνούσε τον εαυτό του στα πάρτι, στο ποτό και τα ναρκωτικά) ικανό στο τέλος να τον συμφιλιώσει με τα πράγματα. Το πρόβλημα προκύπτει αφ’ ης στιγμής συνειδητοποιήσουμε ότι τα έντονα χρώματα, τα τεχνητά σχήματα, τα διαρκώς δυναμικά πλάνα, όλοι οι ανούσιοι εντυπωσιασμοί της εικόνας και του μοντάζ, τα πλάνα εδραίωσης που ακόμα και στις πιο ανύποπτες στιγμές επιφυλάσσουν πάντα μια υπόνοια δράσης, το στυλιζάρισμα που φλερτάρει με τα όρια του στείρου μιμητισμού, όλη η εν γένει κινηματογράφηση που θυμίζει τον τερματισμένο, σύγχρονο κινηματογράφο, αυτή τη μόδα να βλέπουμε τα πράγματα σαν βίντεο κλιπ, σαν καρτούν ή σαν καρτ-ποστάλ, ξέχωρα και λυμένα απ’ τον εαυτό τους, αλαργινά από κάθε τι πραγματικό, γήινο και σωματικό, όλα αυτά τα σημάδια του όλο και περισσότερο κυριαρχούμενου ψηφιακού μας κόσμου, δεν μας ανοίγουν εμπρός σε κάποιο νόημα υπόσχεσης, αλλά αντίθετα, μας κλείνουν όλο και πιο σίγουρα και κλειστοφοβικά μέσα στο υπόγειο, μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας ατμόσφαιρας αβάσταχτα ψευτισμένης, φυγόκεντρης, υποκριτικής και, ως εκ τούτου, βαθιά ανόητης. Ο πολιτισμός μας είναι κατακλυσμένος από την αισθητική, τις εικόνες, τις μορφές και το πνεύμα του ψηφιακού κόσμου που για να μοιάσει στον αληθινό ανθρώπινο κόσμο, έχει απόλυτη ανάγκη τη διαμεσολάβηση μιας οθόνης. Μιλάει υπαινισσόμενος κάτι που δεν μπορεί με τα μέσα του να συλλάβει. Αναφέρεται σε εικόνες που είναι απογυμνωμένες από την ίδια σωματικότητά τους, από την οσμή της. Έτσι και η φυσικότητά των εικόνων της Μεγάλης Ομορφιάς είναι μια φυσικότητα που προϋποθέτει την ύπαρξη εμπειρίας του θεατή, μαθητείας του στο ψηφιακό παρόν του. Και ο Τζεπ του φιλμ, άνθρωπος καταδικασμένος από τη μία στον στοχασμό των πραγμάτων, μοιάζει, κάτω από τη ματιά του σκηνοθέτη του, σχεδόν ασημάδευτος από ρωγμές, πόνο, αλήθεια: Χάρτινος και ανίδρωτος, διεκδικεί δάφνες σπουδαίας απλωσιάς με τις φράσεις που ξεστομίζει, λες και έχει εκπέσει σε έναν κόσμο γεμάτο ηδονή, δαψίλεια και πολυτέλεια, αξεχώριστος απ’ τη ματιά του σκηνοθέτη του[1].

Στην άκρη του φόντου, μακρινά, μα όχι σβησμένα πλάσματα πάνω ακριβώς στη γραμμή του ορίζοντα του κάδρου, στεκόμαστε εμείς, καταναλωτές και συνάμα δημιουργοί ενός ψιμυθιωμένου κόσμου που δικαιωματικά σαλπίζει συνταρακτικές ρωγμές και αλλαγές συνόρων. Εμείς, με τη διεστραμμένη σχέση με ολόκληρο το σώμα του πολιτισμού μας, που την έννοιά του έχουμε παντελώς όχι μονάχα παρερμηνεύσει, μα πρωτίστως, παραβιάσει. Εμείς, που φτιάχνουμε τέχνη, καταναλώνουμε τέχνη με ρυθμούς ιλιγγιώδους, χαρωπής ελαφρότητας. Που απολαμβάνουμε υποτίθεται τέχνη, χρησιμοποιούμε τέχνη, πουλάμε και αγοράζουμε τέχνη, εκπέμπουμε τέχνη, μιλάμε για την τέχνη, φανταζόμαστε τέχνη, τσακωνόμαστε και διαφωνούμε και προσβάλουμε ανθρώπους για κάποια τέχνη, υποστηρίζουμε με φανατισμό μια τέχνη, ταυτιζόμαστε και χειροκροτούμε την τέχνη, προβάλουμε την τέχνη σαν ομοίωμά μας, καλύπτουμε και ενίοτε διακοσμούμε τέχνη, αποφασίζουμε ποιοί είμαστε ή πώς φαινόμαστε με βάση μια έννοια που επισυνάψαμε πάνω σε μια τεχνητή μορφή των χεριών, του νου ή του σώματός μας και που ονομάσαμε τέχνη, δίχως να μας ενδιαφέρει από πού προέρχεται αυτό που έχουμε μπροστά μας, ποιοι είναι οι πυρήνες του, ποιοι οι αυθεντικοί -ή μη- στοχασμοί του, ποια η θέση μας απέναντί του, ποια η ευθύνη του δημιουργού του και ποια η δικιά μας καθώς το αντικρίζουμε, ποιες αλήθειες, ποιες μυστικές δομές περικλείει μέσα του το κάθε έργο τέχνης, δομές που θα μπορούσαν ή όχι να χαρίσουν μορφή στις ουσιώδεις, βαθιές πνευματικότητες που ενυπάρχουν σε κάθε σχήμα ή κοσμική διάσταση του πραγματικού. Και αδιαφορώντας γι’ αυτό το κομμάτι στην ουσία λησμονούμε τα πράγματα που συνιστούν και τη μόνη υπόσχεση που έχουμε για τον εαυτό μας, για τη συνύπαρξή μας με τους άλλους σε έναν ορίζοντα νοήματος, ή δράσης και ενεργητικού χώρου. Χάνουμε την αληθινή δυνατότητα εξερεύνησης, ιχνογράφησης εκείνου που λαμβάνει μορφή ως πνεύμα, και που τα σύνορά του είναι εσωτερικά, μα η σαγηνευτική του δύναμή του φανερώνεται μόνο τη στιγμή που κάποιος θα αξιωθεί να το ζωγραφίσει, φευγαλέα, με ένα ξύλο, ένα χειμερινό απόγευμα, στην άμμο. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται μελέτη και μέθοδος. Και τα δύο αυτά πλέον διδάσκονται (όχι μόνο μες τους επίσημους θεσμούς, καθώς λέγεται, αλλά και μες το σινάφι της μαζικής μας κουλτούρας) με όρους που τους διακρίνει η λατρεία, η λατρευτική εμμονή σε κάτι που θα ονομάζαμε «πολιτισμό της ψευδαίσθησης», κάτι αλωμένο από την πρακτική της ανενδοίαστης λαφυραγώγησης της αφηρημένης έννοιας. Δεν βουλιάζουμε προς τα μέσα, μα έχουμε το θράσος να μιλάμε (ή να γράφουμε), ώρες ατελείωτες, για αυτό που φαίνεται, αλλά που δεν είναι (πρώτα επενδύουμε με όλη μας τη ζωτική δύναμη το περίβλημά μας, αδιαφορώντας για αυτό που κείται αυτού. Εύκολο πράγμα: κανείς δεν νοιάζεται). Αποκτούμε απεριόριστη δυνατότητα φωνής, έχουμε πρόσβαση στο αλλότριο αυτί, δίχως το πεπαιδευμένο στόμα για μια τέτοια δουλειά, δίχως να έχουμε προηγουμένως μεριμνήσει –με κόπο και χρόνια εργασίας- προσκειμένου να κερδίσουμε τα απαραίτητα χαλινάρια των κακοτοπιών που γεννά η αυταρέσκεια της διψασμένης, ατομικής μας ματαιοδοξίας.

Hasegawa Tōhaku  - Pine Trees Right

Το ταξίδι μας στη ζωή μοιάζει με τις εικόνες της κινηματογραφικής μαρτυρίας του Τζεπ. Όχι γιατί η πόλη μας είναι το ίδιο παραμυθένιο σκηνικό της δικής του Ρώμης. Αλλά γιατί πίσω από το παραμύθι και το όποιο σχήμα του, οφείλουμε να θυμόμαστε το αληθινό και το ουσιαστικό. Το ταξίδι μας είναι ένα ταξίδι ανάμεσα σε τοπία που φαίνονται κρυστάλλινα πάνω στους υπολογιστές μας, περισσότερο απ’ ότι πάνω στα μάτια μας. Και οι άνθρωποι αποσπούν τη χάρη των βλεμμάτων μας μόνο σαν αποδιώξουν από πάνω τους το παραπανίσιο, ανθρώπινο βάρος τους. Η ελαφρόμυαλη ηδυπάθεια που δείχνουμε απέναντι στους άλλους, στα πράγματα, στην τέχνη, στα φαινόμενα, στον κόσμο, στην ιστορία, στους εαυτούς μας, είναι η ίδια ακριβώς ηδυπάθεια που δείχνουμε σε κάθε τι παλιό στην τέχνη (σαν ένα παλιό έργο, ένα παλιό βιβλίο, μια παλιά, παρωχημένη έκφραση της ιδιοφυίας· όλα αυτά πρέπει να μεταμφιεστούν στην εποχή μας, πρέπει να αλλάξουν όψη, να ρετουσαριστούν, να γίνουν πιο ευχάριστα, λιγότερο βαριά, πιο ποπ, πιο ανάλαφρα, πιο μοντέρνα, πιο ανώδυνα, πιο ανόητα, κοντύτερα στον μέσο όρο, να στριφογυρνούν γύρω από τον πυρήνα τους σαν να χορεύουν βαλς από απόσταση με μια αρχαία φιγούρα τυλιγμένη στις φλόγες). Να το πιο συμβατό στις απαιτήσεις μας. Δεν αντέχουμε πια τα βάρη, είμαστε ξεριζωμένες ψυχές, περιπλανώμενες στον κόσμο κι όμως στο ίδιο σημείο, ψυχές που ο τελευταίος μεγάλος πόλεμος παράτησε στη γη με δυσφορία, δίχως πίστη νοήματος, αποσπασμένες από την ίδια την ελπίδα του μεγάλου ύψους, με τραγική, ιλαρή σχέση με τον εαυτό τους, με επικοινωνίες σπασμένες τελειωτικά. Φεύγοντας από το ουσιαστικό, ο νους πείθεται πως φυσικός του χώρος είναι η ακροθαλασσιά. Είναι πεισμένος πως ο ωκεανός της σκέψης και του συναισθήματος είναι το σημείο που σκάνε, μ’ ένα χαριτόβρυτο λίκνισμα, τα κυματάκια της λιμνοθάλασσάς της γαλήνιας, καλογυαλισμένης εξοχής της. Έτσι προσεγγίζουμε τα αριστουργήματα της τέχνης και του πολιτισμού μας. Έτσι αγανακτούμε με τις τρικυμίες, κι έπειτα έτσι τρέμουμε, μέχρι το μεδούλι, τις τρικυμίες και τις θύελλες και τα ανθρώπινα ναυάγια. Αναζητούμε ψυχαναγκαστικά τη λείανση –στον πολιτισμό, στους εαυτούς μας, στις ψυχές μας. Και, με τον τρόπο αυτό, η βλακεία μάς γίνεται δεύτερη φύση, γινόμαστε μάλιστα και χαρούμενοι που ζούμε κλεισμένοι σ’ έναν κόσμο περίκλειστο, μόνο για εμάς και προς εμάς, περιφραγμένοι μέσα στα όρια ενός νου που όλο τρέχει, μα που στερείται σκοπό και ανάσα, μελωδίες, δηλαδή, που θα του χάριζαν την κρίσιμη εκείνη στιγμή, όταν θα έπαυε, για μια στιγμή, να κοιτάξει τον εαυτό του.

Όποτε βρισκόμαστε αντιμέτωποι με χαρακτήρες της τέχνης με ειδική σχέση με ένα βαθύ βλέμμα στα πράγματα, τείνουμε να τους αποσπάμε από τη ρεαλιστική τους αποτύπωση στον κόσμο των κανόνων του πραγματικού. Τους κάνουμε λοιπόν λιγότερο αληθινούς στη σχέση τους με τα πράγματα και τα συναισθήματα[2]. Τέτοια επινοημένα πρόσωπα οφείλουν να «εκσυγχρονιστούν», να μοιάσουν ψηφιακά· θα ‘ταν άκομψο να μείνουν αληθινά. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς πορεία που μάς στρέφει μακριά από τα μεγάλα αριστουργήματα[3]. Γιατί είναι προφανώς εκτός μόδας πια να καταβυθιζόμαστε στα μεγάλα αριστουργήματα, δαπανώντας τον μέγιστο χρόνο, τον μέγιστο χώρο, τη μέγιστη σκέψη, μελέτη, αφοσίωση, ελπίδα σε αυτά τα έργα, που πια τα ξέρουμε τόσο καλά, που θεωρούμε σπατάλη χρόνου να σκύβουμε στα εσωτερικά τους προβλήματα. Αυτό συμβαίνει γιατί το βλέμμα που τούς στέλνουμε τα παραλλάσσει, τα εξοντώνει πάνω στους καθρέφτες των ματιών μας. Είναι ένα βλέμμα (είτε λάβει διαστάσεις πρακτικής αλλοίωσης, είτε όχι) παραμορφωτικό, και συνεπώς μη αληθινό. Πρόκειται για λειτουργία ψεύτικη.

Από τη σκοπιά αυτή –ορίστε η μεγάλη δυστυχία μας-, δεν μπορούμε να είμαστε αμείλικτοι με τη διαφημιστική ματιά των καιρών μας. Κοιτάζει κάτι ως θέαμα. Το συνοδεύει με ρυθμούς χορευτικούς. Το στολίζει κραυγαλέα. Το χρωματίζει σαν καρτ-ποστάλ. Κινείται πίσω από μια κάμερα που μοιάζει να υπαινίσσεται, διαρκώς, την κραυγαλέα της, ψυχαναγκαστική αγωνία μήπως και βαρεθούμε (ή σάμπως και συμβεί το ατύχημα να μείνουμε για λίγο μόνοι με τον εαυτό μας μέσα στο καλλιτεχνικό έργο).

Είμαστε όμως, συνάμα, γνήσια τέκνα αυτού του κόσμου –ορίστε, και πάλι η δυστυχία μας. Και μαζί ανοιχτοί στο να μετάσχουμε σε κάθε τι που μάς προσφέρεται με μια απλοχεριά, δίχως να τσιγκουνευόμαστε (τουλάχιστον όχι υπερβολικά) σε επαίνους ή αναγνωρίσεις όψεων ενός έργου που διεκδικούν δάφνες μιας αισθητικής, έστω, σταθερής παρουσίας, ή μιας αρτιότητας στο σενάριό του. Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να απολαμβάνουμε καλές αφορμές για σκέψη ή σκηνές που –χρωματιστά πυροτεχνήματα μες τον ύπνο- ενσαρκώνουν μια δύναμη καθ’ εαυτόν, επικουρώντας ενίοτε, ώστε να φανεί η ουσία κάποιου χαρακτήρα. Κρίμα: Ανάγοντας τα πάντα σε μια μονόδρομη, κακώς εννοούμενη γραμμικότητα, αρκούμενοι και παραδομένοι σε μια αναγωγή στο καλογραμμένο σενάριο, σκοτώνουμε την δυνατότητα των εαυτών μας να βρίσκουν συνέχεια τον εαυτό τους μέσα στα έργα τέχνης της εποχής τους.

 

Καθόλου τυχαία, η πιο αποκαλυπτική σκηνή της Μεγάλης Ομορφιάς μπορεί να βρεθεί στο τέλος της, όταν η Αδελφή Μαρία [«η Αγία» (La Santa)], ζωντανός άγιος, φιλοξενούμενη στο σπίτι του Τζεπ, σπίτι που βλέπει το Κολοσσαίο, ανταλλάσει με τον ίδιο τις εξής κουβέντες:

 

- Ξέρεις ότι γνωρίζω τα χριστιανικά ονόματα όλων αυτών των πουλιών; Γιατί δεν έγραψες ποτέ άλλο βιβλίο;

- Έψαχνα τη μεγάλη ομορφιά μα δεν τη βρήκα.

- Ξέρεις γιατί τρώω μόνο ρίζες;

- Όχι. Γιατί;

- Γιατί οι ρίζες είναι σημαντικές.

 

Κι ύστερα, τι πιο αρμοστό από την Σάντα Μαρία, που, μ’ ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο, φυσά και μέσα απ’ την πνοή της τα φλαμίνγκο πετούν στους ουρανούς της Ρώμης, πέρα, μακριά, άφθαρτα σύμβολα της μεγάλης ομορφιάς· η ομορφιά εδώ επανακτάται στην αληθινή της διάσταση, ως το άφθαρτο και φυσικό, σε αντιδιαστολή με την τεχνητή επίφαση. Αυτό που στην πραγματικότητα έχουμε εδώ, είναι η μεταμόρφωση του κίβδηλου σε αιωνιότητα. Ακριβώς όπως ο Μαρτσέλλο της Γλυκιάς Ζωής χάνεται μες το χαμόγελο του κοριτσιού της τελευταίας σκηνής, έτσι και για τον Τζεπ, πενήντα χρόνια αργότερα, είναι αναγκαίο να φανεί η τρομερή μορφή της «Αγίας Μαρίας».

Γράφει κάπου στο Σμιλεύοντας τον Χρόνο ο Ταρκόφσκι: «Πώς γίνεται αισθητός ο χρόνος ενός πλάνου; Γίνεται συγκεκριμένος όταν αισθάνεσαι ότι κάτι σημαδιακό, κάτι αληθινό συμβαίνει πέρα από τα γεγονότα στην οθόνη· όταν καταλαβαίνεις, όταν συνειδητοποιείς ότι αυτό που βλέπεις στο κάδρο δεν περιορίζεται στην οπτική του απεικόνιση, παρά αποτελεί ένδειξη κάποιου στοιχείου που εκτείνεται πέρα από το κάδρο, στο άπειρο· ότι αποτελεί ένδειξη ζωής». Να πώς αποκαλύπτεται, φωτισμένη από τα παραπάνω λόγια, η σκηνή του χαμόγελου της μικρής Πάολα της Γλυκιάς Ζωής. Δεν πρόκειται απλώς για ένα σύμβολο, μια απεικόνιση της αγνότητας που κυνηγά ο Μαρτσέλλο δίχως να μπορεί να πιάσει. Όχι. Η πραγματική ουσία της έχει να κάνει με τη διαπεραστική, επίμονη ματιά που διακατέχει την ποιητική εικόνα του Φελλίνι, προσφέροντας διέξοδο προς τα έξω, μακριά από τον εαυτό μας, ανοίγοντας δρόμο προς τα πάνω, απ’ όπου αποκτούμε μια πλατιά ματιά για τα πράγματα· τη ματιά εκείνη που εποπτεύει το σύνολο της Γλυκιάς Ζωής, των αδιεξόδων της, της ματαιότητάς της, της μοναξιάς της, που αγκαλιάζει τον κόσμο της σαν πνεύμα, χαρίζοντάς του νόημα. Να· η παραλία της Γλυκιάς Ζωής, η ξεβρασμένη φάλαινά της, το βιβλικό θηρίο της, το ακριβό κουστούμι του Μαρτσέλλο πάνω στη μαλακή, σαν λευκή πάνω στο ασπρόμαυρο φιλμ άμμο, οι ψαράδες, τα παιδιά που τρέχουν παίζοντας, ο μακρινός, σπηλαιώδης ήχος των κυμάτων –ελαφρώς παραμορφωμένος, ακριβώς όσο πρέπει ψεύτικος-, όλα καταλήγουν στη μικρή Πάολα που δεν ξέρει απλώς κάτι, μα περιλαμβάνει ολόκληρο το νόημα του κόσμου, τη συμπόνια και τη σοφία του, στραμμένη προς τον Μαρτσέλλο, προς εμάς, για να γίνει μοχλός ολότελα ανατρεπτικός, και συνεπώς ζωτικός. Μέσα όμως στο καλλιτεχνικό κάδρο κλείνεται ο σεβασμός του εσωτερικού ρυθμού ενός κόσμου που υπάρχει πολύ πέρα και ανεξάρτητα από μας τους ίδιους: Το ποιητικό σύμπαν του δημιουργού της Γλυκιάς Ζωής κατορθώνει να ξεδιπλώσει τον χρόνο με τρόπο μη καλλωπιστικό, μη ωραιοποιητικό, δουλεύοντας δηλαδή με τα υλικά μιας φυσικότητας που γίνεται μοναδική γιατί ακριβώς έχει την ικανότητα να υπαινιχθεί. Τη φυσικότητα αυτή την έχουμε χάσει, όπως και τη θέλησή μας να την διεκδικούμε σαν το νερό που πίνουμε· όχι γιατί δεν μπορούμε να διασκεδάζουμε μέσα στον εντυπωσιακό, τεχνητό και βαθιά ανόητο πολιτισμό μας, μα γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνο με αυτόν, το κίβδηλο στολίδι δεν μπορεί και δεν γίνεται να μετατραπεί σε φυσικό μας χώρο. Οφείλουμε να διεκδικήσουμε ξανά την απελευθέρωσή μας από τη δικτατορία του εντυπωσιασμού, να ζητήσουμε πάλι την επίπονη μελέτη σχέσης με τον εσωτερικό ρυθμό του αναπαραστατικού μας κόσμου, των εικόνων μας.

Εντέλει, το ερώτημα στέκει ίδιο· έχει να κάνει με το αν και το τι στροφή συμβαίνει μέσα μας καθώς σκοντάφτουμε πάνω στην ανάγκη μας για μεταφυσική, καθώς πέφτουμε, σαν τους τυφλούς που βρίσκουν το φως τους, πάνω σε νοήματα κρυφά, που διαισθανόμασταν μέσα μας, και που καλούμαστε είτε να ανακαλύψουμε, είτε να προσδιορίσουμε εκ νέου τη σχέση μας μαζί τους. Η μεγάλη, αόρατη ομορφιά είναι εκεί που βρίσκουμε το νόημα, εκεί που το σώμα αρχίζει πραγματικά να ζει, η ελπίδα να συναντά τη ζωή, το σκοτάδι να ξυπνά την ορμή. Αντιμέτωποι με την ομορφιά αυτή του κόσμου, συλλαμβάνουμε τους εαυτούς μας τη στιγμή της λιλιπούτιας απόπειρας, καθώς ανοίγουν μικρά, συγκινητικά παραθυράκια προς τα ίδια τους τα συναισθήματα και τις σκέψεις, που υπάρχουν τόσο μέσα μας, όσο και στον κόσμο, δίχως να είμαστε σίγουροι αν πια εμείς, οι απλοί βαδιστές των δρόμων μας, εξ ορισμού κοινοί αλλά και αδαώς σοφοί φίλοι του απόλυτου μηδενός, κλίνουμε προς την οποιαδήποτε εξοικείωση με όσα μονοπάτια θα μας οδηγούσαν στην παραμικρότερη θέα προς τον απέραντο κόσμο που -περιμένοντας μέσα μας, γαλήνιος ή και εξαιρετικά επικίνδυνος, όμορφος ή και ασύλληπτα ζοφερός, καλός ή και άγνωστα κακός-, το μόνο που του έχει απομείνει, μες τη φοβερή μοναξιά του, είναι να μας χαρίζει πού και πού ένα υπαινιχτικό χαμόγελο, σαν μοναχική ηλιαχτίδα που δραπετεύοντας μες απ’ το συννεφένιο πέπλο του ουρανού, χτυπά, ισχυρή και αιώνια, το κέντρο της ψυχής.

 

Ανάμεσα στις αράδες κυκλοφορεί το πνεύμα του βουτηγμένου στην απόλυτη κωμωδία τύπου, εκείνου που γελώντας με το ύψος της πραγματικής ή φανταστικής του αποτυχίας, ρωτά: τι μου συμβαίνει; Έπειτα, αποστρέφοντας το βλέμμα, γυρνώντας τον ώμο, πασχίζει, μ’ όλη του τη δύναμη, να μην αποσυνδέσει ποτέ τον κόσμο από οτιδήποτε προσωπικό, να τον συλλάβει βαθιά μες τον νου, αντικρίζοντάς τον ως όλον, ταυτίζοντάς τον πάντα με ό,τι σημαίνει για τον ίδιο, συνομιλώντας μόνο με αναμνήσεις εικόνων, κάτω από τον ρυθμικό στοχασμό της συνείδησής του.

 


[1]Με λίγα λόγια δεν είμαστε καθόλου σίγουροι αν η ποπ αισθητική αρκεί για να περιγράψει αυτό που ξεκίνησε να αφηγείται ο Σορρεντίνο. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε πως σχεδόν τα πάντα στις μέρες μας καλύπτονται με το πιο ποπ σεντόνι.

[2] Μήπως έτσι τα καθιστούμε και περισσότερο «πετυχημένα»;

[3] Ή καλύτερα, μακριά από την ιδέα των μεγάλων αριστουργημάτων.

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes