Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Γκαίτε και Τολστόι

του Δημήτρη-Χρυσού Τομαρά

Erich M. Simon - Illustration for Tonio Kröger 1921

Erich M. Simon - Illustration for Tonio Kröger (1921)

 

Τόμας Μαν, Γκαίτε και Τολστόι

Μετάφραση: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Ύψιλον, 2012. 141 Σελ.

 

 

Μια ανώτερη συνάντηση φύσης και πνεύματος που ποθούνται αμοιβαία

–αυτό είναι ο άνθρωπος.

Τ.Μ. – Γκ. & Τ.

 

 

Δύο φιγούρες στοιχειώνουν το δοκίμιο αυτό του Τόμας Μαν, που η πρώτη του μορφή γράφτηκε το 1922, η δεύτερη και πληρέστερη, το 1925. Από τη μία, η κεντρική πνευματική προσωπικότητα των γερμανικών γραμμάτων, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, ο «Ευρωπαίος ουμανιστής και εντελώς παγανιστής», ο πολιτικός αξιωματούχος, ο συγγραφέας του Φάουστ. Από την άλλη, ο κόμης Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόι: Θεοπρεπής μορφή της αχανούς ρωσικής γης, συγγραφέας της Άννα Καρένινα, «πρωτόγονος χριστιανός ορθόδοξος» και μυστικιστής, ελεγειογράφος της ανθρώπινης μοίρας, απόμακρος μεγαλειώδης καλλιτέχνης του σαρκικού.

Ο Μαν στοχάζεται πάνω στην οργανική συνάφεια αυτών των δύο μορφών. Αναζητά να βρει τι τους συνδέει πνευματικά, το κοινό της βαθύτερης ουσίας τους: Είναι και οι δύο «παιδιά της Φύσης», τέκνα της αυθεντικής δημιουργίας· είναι οι συγγραφείς της γαλήνιας ενατένισης, της συμφιλιωτικής αγάπης με τη Γη. Εκπροσωπούν την αρμονία του απείρου, τον διαλογισμό, την αλήθεια και την πραότητα που συνοδεύει τη βαθιά σοφία· αγγίζουν το επέκεινα του ανθρώπινου· τους συνδέει η αριστοκρατικότητα, η μακροζωία, η επιμελής φροντίδα του σώματος και η σύνδεση του εύρωστου σώματος με την πνευματική ετοιμότητα.

Στον αντίποδα, τα «γνήσια παιδιά του πνεύματος», Σίλλερ και Ντοστογιέφσκι: Οι εκφραστές της ιδέας και της κριτικής, της εξέγερσης έναντι της φύσης· καλλιτέχνες ιδιοφυείς, που διακατέχονται από μια ακατάληπτη, δογματική πνευματική έπαρση· τα εκστατικά τους οράματα ρέπουν προς την νόσο· το σώμα αφήνεται και παρακμάζει. Φέρτε στο νου, προτρέπει ο Μαν, την «ωχρή όψη του Ντοστογιέφσκι, όψη πάσχοντος αγίου και εγκληματία», ή την εξίσου «πάσχουσα φυσιογνωμία του Σίλλερ», με το ανοικτό πουκάμισο και το φουλάρι. Συγκρίνετέ τες, ύστερα, με τις γαλήνιες, αριστοκρατικές φιγούρες του Γκαίτε και του Τολστόι.

Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον πυρήνα της σκέψης του Μαν, ένα δίπολο που διαπερνά ολόκληρο το συγγραφικό έργο του: Στη μία όχθη, το κλασικό: Η πνευματική σύνδεση με τη φύση, τη γαλήνη, την υγεία -με ό,τι δηλαδή είχε ο Σίλλερ ονομάσει «αφελές» στοιχείο. Απέναντι, το ρομαντικό: Το πνεύμα, η παραφορά, η τέχνη και η νόσος (το «συναισθηματικό», κατά Σίλλερ, στοιχείο).

Έτσι, η πραγματική μας ευκαιρία σ’ αυτό το βιβλίο είναι να ριχτούμε στην ανάγνωση του τρανού, καθολικού οράματος των «ιερών» προτύπων του Μαν, του Γκαίτε δηλαδή και του Τολστόι. Θα ήταν όμως λάθος να το διαβάσουμε αποκλειστικά και μόνο σαν μια λογοτεχνική έρευνα πάνω στη φύση της καλλιτεχνικής προσωπικότητας, στον ψυχισμό, ή τον απώτερο σκοπό του καλλιτέχνη. Θα ήταν καλύτερο να λέγαμε πως ο εσωτερικός κόσμος του λογοτέχνη συναντά, εδώ, -βγαίνοντας από τον εαυτό του, διεκδικώντας μια εποπτεία της δυναμικής του κατάστασης- την επιταγή για καθολική έκφραση του πολιτικού-εθνικού στοιχείου, τέμνοντας πνευματικά κεντρικά ζητήματα που σχετίζονται με τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο.

Είναι γνωστό πως το θέμα της καλλιτεχνικής οντότητας και η ανάδειξη της ουσίας της αντιπαράθεσής της με τον κόσμο δεσπόζει στο κέντρο του έργου του Μαν, ορίζοντας σχεδόν όχι μόνο εκείνο που θα ονομάζαμε βασικό άξονα της σκέψης του, αλλά, πρωτίστως, την προσωπική του ανάγκη για κατορθωμένη έκφραση στη ζωή και στο γράψιμο. Από τους Μπούντενμπροκς μέχρι τον Τόνιο Κρέγκερ, τον Θάνατο στη Βενετία, το Μαγικό Βουνό ή τον Δόκτορα Φάουστους, η βασική αντίθεση που διαπερνά, παλμικά, το έργο του είναι η αντίθεση των ύποπτων καταστάσεων της ατομικής, καλλιτεχνικής δημιουργίας με την πραγματικότητα της κοινωνίας και των νόμων της: Σκύβουμε πάνω απ’ το μεγάλο υφαντό της αντιπαράθεσης του ατόμου-καλλιτέχνη με το σύνολο της κοινωνίας, πάνω δηλαδή απ’ το ζήτημα μιας άλυτης αντινομίας από τη μία, και μιας δηλωμένης θέλησης (ή αγιάτρευτης ανάγκης) για ήπια συμφιλίωση, στο βαθμό μιας λύσης που θ’ αγκαλιάζει, με έναν τρόπο, την καθολικότητα του πνεύματος.

Το πραγματικά ενδιαφέρον στο Γκαίτε και Τολστόι, είναι η βαθιά ανάλυση, αφενός, της σύγκρουσης του κλασικού με το ρομαντικό, με όλες τις οντολογικές και ιστορικές σημασίες που ενσαρκώνει η σύγκρουση αυτή, και αφετέρου, η μοναδική αποτύπωση της εγγραφής της πνευματικότητας των Γκαίτε και Τολστόι (τα αριστοκρατικά πρότυπα τού Μαν) στον χώρο της πολιτικής. Πάντα, βέβαια, σε αντίθεση με τη νοσηρότητα της ντοστογιεφσκικής ή της σιλλερικής παρακαταθήκης. Να ένας πρόσφορος τόπος ν’ αξιολογήσει, κανείς, όσα σημαδεύουν βαθιά τη σκέψη του Μαν, αλλά και όσα συνιστούν κάποιο δείγμα της σχέσης του «γερμανικού τρόπου σκέψης». Υπό την έννοια αυτή, το δοκίμιο Γκαίτε και Τολστόι αποτελεί συνέχεια των Στοχασμών ενός Απολιτικού (1918), τουτέστιν της αμιγώς εθνικής του θέσης, του αντιδιαφωτισμού του, της αλλεργίας του στην ευρωπαϊκή δημοκρατία καθώς και σε ό,τι συνοψίζει ο τύπος του «Zivilisationsliterat» - του πολιτισμολόγου, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά, και που περιγράφει, εν πολλοίς, τον αδελφό του Heinrich: Η υπεράσπιση της Γερμανίας απαιτεί κάθε δυνατή προσπάθεια να βυθιστεί κανείς στην ουσία των πραγμάτων· και αυτό ο πολιτισμολόγιος το αποκαλεί με κάθε περιφρόνηση «βαθυστόχαστη μωρολογία.[1]      

Τι πιο θεμελιώδες, τόσο για τον Μαν, όσο και για την εποχή, από το ανασκάλεμα -απ' την όχθη της λογοτεχνίας- της γέφυρας του καθαρά ιδεατού, προσωπικού και αυτόνομου πνευματικού κόσμου, με τη διάσταση του υπαρκτού, του κοινωνικού και συνεπώς του ιστορικού; Και πώς, στην περίπτωση του Μαν, η εσωτερική θέση του συγγραφέα-δημιουργού, βρίσκει έκφραση στο καθημερινό ξετύλιγμα του παρόντος της ζωής και της ιστορίας;

Και ενώ πολύ γρήγορα (ήδη πριν την έκδοσή τους το 1918) ο Μαν αρχίζει να παίρνει αποστάσεις τόσο απ' τους Στοχασμούς του, όσο και από την ίδια του τη δυσθυμία σε κάθε τι δημοκρατικό και σοσιαλιστικό, το 1922 στο Deutsche Rundschau δίνει τη διάλεξή του πάνω στους Γκαίτε και Τολστόι. Η πρώτη αυτή μορφή του έργου θα δώσει τη θέση της στο δοκίμιο του 1925.

Τον Ιούνιο του 1922 όμως, αμέσως μετά τη συνθήκη του Ραπάλο,[2] δολοφονείται μια εμβληματική φιγούρα της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο υπουργός εξωτερικών του Ράιχ Walther Rathenau[3]. Το γεγονός επηρεάζει πολύ τον Μαν[4], που αρχίζει πλέον να αλλάζει στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, συνειδητοποιώντας πως η μεγαλύτερη απειλή για τον καλλιεργημένο του αστισμό (ή, αλλιώς, των αξιών που ένιωθε να μοιράζεται με τον Γκαίτε και με τον Τολστόι, της πνευματικής του εκπαίδευσης πάνω στα μεγάλα του πρότυπα) δεν προέρχεται από τις τάξεις των ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, αλλά αντίθετα, από εκείνες της συντηρητικής δεξιάς, που στα χρόνια της Βαϊμάρης αρχίζει να παίζει ρόλο οριακό, προετοιμάζοντας τη σταδιακή πολιτική και κοινωνική παρακμή της δημοκρατίας και την άνοδο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Η δολοφονία του Rathenau σημαίνει τη μεταστροφή του Μαν: Ενώ νιώθει εκπρόσωπος μιας αστικής αριστοκρατικότητας, από την οποία εκφύεται όλη του η ύπαρξη, ενώ στέκεται αντίθετος στη μερικότητα του ρομαντικού αυτοκαταστροφικού πνεύματος, αρχίζει συγχρόνως να παραδέχεται τον ολέθριο χαρακτήρα που αρχίζει να λαμβάνει η εθνικιστική, συντηρητική πολιτική παράταξη της Γερμανίας. Κάπως έτσι, πλησιάζουμε προς το 1930, όταν υποστηρίζει καθαρά τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, και γράφει τον λόγο της Έκκλησης στη λογική και τον Μάριο και τον Μάγο. Αντίπαλοι του γερμανισμού (του ίδιου του πνευματικού προορισμού του γερμανικού λαού δηλαδή), δεν είναι πια οι σοσιαλιστές, αλλά οι Γερμανοί φασίστες μαζί με τον μιλιταρισμό τους. Από την κροταλιαστή λεξιλογία του δυτικού δημοκρατισμού των Zivilisationsliteraten που προσπαθούν να δασκαλέψουν τον λαό τους, δίχως μια κουβέντα αληθινού και αποκαλυπτικού πάθους, μια κουβέντα που να έχει κατοχυρώσει το δικαίωμά τους έστω και μόνο να έχουν άποψη γύρω από τα γερμανικά πράγματα,[5] μεταφερόμαστε πλέον στον χώρο του δημοκρατικού, μεσαίου γερμανισμού, που περικλείει με ασφάλεια την ευρωπαϊκή ήπειρο.    

Για τον Μαν, ο πλέον συγγενικός λαός είναι η Ρωσία. Εξ ου και καταπιάνεται με τις βασικές διαφορές μεταξύ του Γερμανού Γκαίτε και του Ρώσου Τολστόι, περιγράφοντας τις πνευματικές ρίζες της στάσης του καθενός. Τι άλλο μπορεί να εκφράζει καλύτερα αυτά τα δύο πνεύματα, αναρωτιέται σ’ ένα σημείο, πέρα από το γεγονός ότι η αγάπη τους για το Εγώ είναι η αγάπη τους για το μεγάλο Εσύ του κόσμου;

Μας ενδιαφέρουν, λοιπόν, τα εξής: Τι πρότεινε ο Τολστόι ως ιδανική εκπαιδευτική διαδικασία; Σε τι διαφωνεί αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία με τη γερμανική κλασική εκπαίδευση; Ύστερα, ακόμη πιο βαθιά: Πώς το «εθνικό μοτίβο» των δύο συγγραφέων συνομιλεί με τις κεντρικές φυσιογνωμίες του Λουθήρου, του Ναπολέοντα, του Ρουσώ, του Νίτσε ή του Σπινόζα; Από τη μια λοιπόν ο γαλλικός διαφωτισμός κι από την άλλη ο Χέγκελ και η γερμανική επανάσταση, με τα λόγια του Παπαγιώργη. Ο Μαν, δεν υπάρχει αμφιβολία, επιχειρεί –τόσο γενικά, όσο και ειδικά σε αυτό το δοκίμιο- να μιλήσει με βλέμμα οικουμενικό μια γλώσσα που προέρχεται από το μύχιο λογοτεχνικό του σύμπαν και έχει βάλει σκοπό πρώτον να ερμηνεύσει και δεύτερον να καθορίσει τις προτεραιότητες και τις δυνατότητες του κόσμου της. Ακριβώς δηλαδή σαν τον Γκαίτε, τον Τολστόι, ή και τον Ντοστογιέφσκι, που ούτε κι αυτός τσιγκουνευόταν το άπλωμα πολιτικών στοχασμών. Τι σημαίνει λοιπόν πνευματική συγκρότηση ενός έθνους και τι μπορεί να προτείνει η Γερμανία στον υπόλοιπο κόσμο; Νά τι καίει τον Μαν των Στοχασμών, νά τι συνεχίζει να τον καίει και στη δεκαετία του είκοσι, τη στιγμή που παραμένει πιστός στην ιδέα του περί θεμελιώδους υπεροχής της ατομικής συγκρότησης, της ιδεαλιστικής θέασης των πραγμάτων, ως μοναδικές ουσιαστικές διόδους του ανθρώπου προς τον κόσμο.

Ο γερμανικός λαός, έτσι, αρχίζει να διεκδικεί ρόλο στο κέντρο: Εγκατεστημένος στον ενδιάμεσο αστικό παγκόσμιο χώρο θα πρέπει να είναι täuschende, πρωτεϊκός λαός, μια φυλή που δείχνει πανούργα και ειρωνική επιφυλακτικότητα απέναντι και στις δύο πλευρές, που κινείται άνετα ανάμεσα στα άκρα. Και, επίσης: Eίμαστε ένας λαός της μεσαίας, της παγκόσμιας αστικής τάξης· υπάρχει μια σωστή αντιστοιχία ανάμεσα στη γεωγραφική μας θέση και στα ήθη μας. Έχω πει ότι στα εβραϊκά οι λέξεις που σημαίνουν τη γνώση και την αντίληψη έχουν την ίδια ρίζα με τη λέξη που σημαίνει και το «ανάμεσα», το «ενδιάμεσο».[6]

Η πρότασή του για έναν ενδιάμεσο πνευματικό, πολιτικό ρόλο της Γερμανίας είναι κάτι που ανακεφαλαιώνει, κατά έναν τρόπο, ό,τι διάβασε ο αναγνώστης του σύντομου αυτού δοκιμίου, για δύο βασικά λόγους: Πρώτον, συνιστά παράθυρο όχι μόνο για την εξέλιξη της σκέψης του Μαν προσωπικά, και το ξεδίπλωμα της θεμελιακής του ταύτισης με τις υψηλές κορυφές, με τα παραδείγματά του, αλλά και για τα στερνά πνευματικά οράματα του λεγόμενου ιδεαλιστικού ανθρωπισμού λίγο πριν την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την κατοπινή επικράτηση των κοινωνικών θεωριών. Δεύτερον, πρόκειται για πανούργα παράκαμψη προς τα πίσω· τρόπος να κοιτάξουμε τη συγκρότηση της λεγόμενης γερμανικότητας, έχοντας στην άκρη του μυαλού μας το εγελιανό πνεύμα, εκεί όπου τα πάντα ξεκινούν από το κοίταγμα του εαυτού τους·        

Κάτω απ' αυτούς τους όρους, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί –μ’ όλες τις παγίδες του- σαν μια πνευματική κατάθεση ενός από τους τελευταίους μεγάλους ανθρώπους των γραμμάτων, που αλλάζει μες τις ιστορικές συνιστώσες του καιρού του, μια κατάθεση που παρά τον ισχυρό της δογματισμό, σκορπά παντού γύρω τον γνώριμο ουμανισμό τού συγγραφέα της: Βαθύς, αδιαπραγμάτευτους, ριζικός. Μας ενδιαφέρει, γιατί δεν μένει στάσιμος: Στα αυλάκια του κυλά η πάλη της επανάστασης με τον συντηρητισμό, του πνευματικού με το υλικό, της μεταφυσικής με τον ρασιοναλισμό, του εθνικισμού με τον οικουμενισμό, της Δύσης με την Ανατολή, του πολιτισμού με τη βαρβαρότητα, και, φυσικά, ως χαμηλότονη συνέχεια των Στοχασμών, της Γερμανίας με τη Γαλλία.

Η σύνθεση είναι τιτάνια, διαρκώς εκκολαπτόμενη και τόσο μάταιη, όσο και το φευγαλέο βλέμμα του Τόνιο Κρέγκερ στη ζωή, η συμφιλίωση της Τέχνης με τον πραγματικό κόσμο, ή η σκηνή όπου ο Κρέγκερ αγναντεύει τον ορίζοντα μ’ ένα -ανοιχτό πάντα στην ίδια σελίδα- βιβλίο στα πόδια.

Ακόμη ένα δείγμα:

Και ιδιαίτερα ο σοσιαλισμός μας, ο οποίος έχει αφήσει τόσο καιρό την πνευματική του ζωή να μαραζώνει στα ρηχά ενός ωμού οικονομικού υλισμού, τίποτα δεν χρειάζεται περισσότερο απ’ όσο την πρόσβαση σ’ εκείνη την ευγενέστερη Γερμανία η οποία αναζητούσε πάντα το πνεύμα της στους αρχαίους Έλληνες. Αυτό είναι σήμερα, για να μιλήσουμε πολιτικά, το έργο ενός πραγματικού εθνικού κόμματος· αλλά δεν θα φτάσει πραγματικά στο ύψος του εθνικού καθήκοντος παρά μόνο τότε –εάν μου επιτρέπεται η υπερβολή- που ο Κάρολος Μαρξ θα έχει διαβάσει τον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν· μια ολοκλήρωση η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, φαίνεται καθαρά πως θα επιτευχθεί.[7]    

Πρόκειται για αδιάκοπη ιχνηλασία των «τόπων της ανθρώπινης τελειότητας μέσα στην ατομική ψυχή»: Σε μια περίοδο όπου έχει ήδη αρχίσει να ανατέλλει απειλητικά η σφαίρα του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και ο ίδιος αρχίζει να αναθεωρεί πολλές από τις πολιτικές του ιδέες, ο Μαν προβάλει, ακατάπαυστος διανοητής που μελετά σκληρά να βρει έναν πνευματικό τρόπο συμφιλίωσης του εαυτού του με τον κόσμο. Θα οδηγηθεί τελικά στη φυγή από την Γερμανία του τρίτου Ράιχ το 1933. Μέχρι και το τέλος της ζωής του δεν θα παλιννοστήσει ποτέ. Ψυχανεμιζόμαστε, ίσως εδώ, έναν αέρα κάποιας ειρωνείας που η ζωή η ίδια τού επιφύλαξε.

 


[1]Στοχασμοί ενός Απολιτικού. Μετάφραση: Μαντώ Πουλή. Ίνδικτος, 2001

[2] Η συνθήκη μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, κατά την οποία οι δύο χώρες παραιτούνταν από την αμοιβαία διεκδίκηση πολεμικών επανορθώσεων, αποκαθιστώντας τις διπλωματικές τους σχέσεις και καθιερώνοντας τη Ρήτρα του Μάλλον Ευνοούμενου Κράτους

[3]Από δύο μέλη της οργάνωσης Consulκαι της αντισημιτικής οργάνωσης Γερμανική Λαϊκή Ένωση Προστασίας και Άμυνας

[4] T.J. Reed, Thomas Mann, The Uses of Tradition. Clarendon Press, 2002

[5]Στοχασμοί ενός Απολιτικού

[6]Γκαίτε και Τολστόι

[7]Γκαίτε και Τολστόι

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes