Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Εισαγωγή στην αμερικανική έκδοση του "Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια"

του Michel Foucault

Foucault - Ουρανός

 Ιάκωβος Ουρανός – Foucault (2013)

 

Κατά τα έτη 1945-1965 (αναφέρομαι στην Ευρώπη) υπήρχε ένας συγκεκριμένος τρόπος να σκέφτεται κανείς σωστά, ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικού λόγου, μια συγκεκριμένη ηθική της διανόησης. Θα έπρεπε κανείς να είναι εξοικειωμένος με τον Μαρξ, να μην αφήνει τα όνειρά του να ξεστρατίζουν πολύ μακριά από τον Φρόυντ. Και έπρεπε επίσης να αντιμετωπίζει τα σημειωτικά συστήματα –το σημαίνον– με τον μέγιστο σεβασμό. Αυτές ήταν και οι τρεις προϋποθέσεις που κατέστησαν τις αλλόκοτες ενασχολήσεις με το γράψιμο και την ομιλία μέτρα αλήθειας για τον εαυτό και την εποχή μας.

Έπειτα ήρθαν τα πέντε σύντομα, φλογερά, εορταστικά, αινιγματικά χρόνια. Στις πύλες του κόσμου μας, το Βιετνάμ, φυσικά, και το πρώτο μεγάλο πλήγμα στις εξουσίες της εποχής μας. Όμως εδώ, μέσα από τα τείχη μας, τι ακριβώς συνέβαινε; Ένα αμάλγαμα από πολιτικές επαναστατικές και αντι-κατασταλτικές; Ένας διμέτωπος πόλεμος ενάντια στην κοινωνική εκμετάλλευση και τη ψυχική καταστολή; Ένα ξέσπασμα της λίμπιντο που ρυθμίζεται από την ταξική πάλη; Ίσως. Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα των ετών εκείνων τα διεκδικεί αυτή η οικεία, δυϊστική ερμηνεία. Το όνειρο εκείνο που μάγεψε, μεταξύ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και του φασισμού, τα πιο ονειρικά μέρη της Ευρώπης –την Γερμανία του Βίλχελμ Ράιχ και την Γαλλία των σουρεαλιστών–, είχε επιστρέψει πυρπολώντας την ίδια την πραγματικότητα: Ο Μαρξ και ο Φρόυντ υπό το ίδιο πυρακτωμένο φως.

Μα συνέβη, έτσι, πράγματι; Μπήκε ξανά σε εφαρμογή το ουτοπικό έργο της δεκαετίας του ’30, αυτή τη φορά στην κλίμακα της ιστορικής πρακτικής; Ή μήπως υπήρξε, αντιθέτως, ένα κίνημα προς αγώνες πολιτικούς, που δεν εναρμονίζονταν πλέον με το μοντέλο που είχε υπαγορεύσει η μαρξιστική παράδοση, προς μια εμπειρία και μια τεχνολογία της επιθυμίας που δεν ήταν πια φροϋδική; Τα παλαιά λάβαρα σηκώθηκαν ξανά, πράγματι, μα η μάχη μεταφέρθηκε και εξαπλώθηκε σε νέες ζώνες.

Ο Αντι-Οιδίπους δείχνει πρώτα απ’ όλα το έδαφος που έχει καλυφθεί έως τα τώρα. Κάνει όμως και κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Δεν χάνει τον καιρό του κηλιδώνοντας τα παλαιά είδωλα, καίτοι διασκεδάζει πολύ με τον Φρόυντ. Το πιο σημαντικό είναι πως μάς κινητοποιεί προκειμένου να προχωρήσουμε παραπέρα.

 

Θα ήταν λάθος μας να διαβάσουμε τον Αντι-Οιδίποδα ως την καινούρια μας θεωρητική αναφορά (ξέρετε, εκείνη τη χιλιοειπωμένη θεωρία, που εν τέλει περικλείει τα πάντα, που εν τέλει ολοποιεί και καθησυχάζει, εκείνη που μάς έχουν πει πως «τόσο χρειαζόμαστε» στην εποχή μας, όπου κυριαρχεί η διασπορά και η εξειδίκευση και απουσιάζει η «ελπίδα»). Δεν πρέπει να αναζητούμε μια «φιλοσοφία» ανάμεσα στην εκπληκτική πλησμονή νέων ιδεών και αναπάντεχων εννοιών: Ο Αντι-Οιδίπους δεν είναι ένας φανταχτερός Χέγκελ. Σκέφτομαι πως ο Αντι-Οιδίπους μπορεί να διαβαστεί καλύτερα ως μια «τέχνη», με την έννοια που αποδίδεται με τον όρο «ερωτική τέχνη», για παράδειγμα. Διαποτισμένη από τις φαινομενικά αφηρημένες έννοιες των πολλαπλοτήτων, των ροών, των διευθετήσεων και των συνδέσεων, η ανάλυση της σχέσεως της επιθυμίας με την πραγματικότητα και την καπιταλιστική «μηχανή» προσφέρει απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Ερωτήματα που δεν αναφέρονται τόσο στο γιατί συμβαίνει κάτι, αλλά πολύ περισσότερο στο πώς μπορεί να κανείς να προχωρήσει. Πώς μπορεί κανείς να εισαγάγει την επιθυμία εντός της σκέψης, εντός του λόγου, εντός της δράσης; Πώς μπορεί και πώς πρέπει η επιθυμία να παρατάξει τις δυνάμεις της εντός του πολιτικού χώρου, και να γίνει σφοδρότερη κατά την ανατροπή της καθιερωμένης τάξης των πραγμάτων; Ars erotica, ars theoretica, ars politica.

Εξ ου και οι τρεις αντίπαλοι που αντιμετωπίζει ο Αντι-Οιδίπους. Τρεις εχθροί που δεν μοιράζονται την ίδια ισχύ, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν ποικίλους βαθμούς επικινδυνότητας, και που το βιβλίο πολεμά με διαφορετικούς τρόπους:

Τους πολιτικούς ασκητές, τους θλιμμένους μαχητές, τους τρομοκράτες της θεωρίας, εκείνους που θα διαφύλατταν την καθαρή τάξη της πολιτικής και του πολιτικού λόγου. Τους γραφειοκράτες της επανάστασης, τους δημόσιους υπαλλήλους της Αλήθειας.

Τους ενδεείς τεχνικούς της επιθυμίας –τους ψυχαναλυτές και σημειολόγους παντός είδους σημείου και συμπτώματος- οι οποίοι και θα υπέτασσαν την πολλαπλότητα της επιθυμίας στον διττό νόμο της δομής και της έλλειψης.

Τέλος -μα τόσο σημαντικό μολαταύτα-, ο βασικός εχθρός, ο στρατηγικός αντίπαλος είναι ο φασισμός (ενώ η αντίθεση του Αντι-Οιδίποδα με τους άλλους του εχθρούς αποτελεί περισσότερο μάλλον ένα είδος τακτικής σύγκρουσης). Και δεν πρόκειται μόνο για τον ιστορικό φασισμό, τον φασισμό του Χίτλερ και του Μουσολίνι, -ο οποίος κατόρθωσε να κινητοποιήσει και να χρησιμοποιήσει την επιθυμία των μαζών με τόσο αποτελεσματικό τρόπο- αλλά τον φασισμό, επίσης, που εγκατοικεί μέσα στον καθένα μας, στο μυαλό και την καθημερινή μας συμπεριφορά, τον φασισμό που προκαλεί την αγάπη μας για την εξουσία, προκαλεί την επιθυμία μας για εκείνο ακριβώς που μάς κυριεύει και μάς εκμεταλλεύεται.     

Θα έλεγα πως ο Αντι-Οιδίπους (ας με συγχωρήσουν οι συγγραφείς του) είναι ένα βιβλίο για την ηθική, το πρώτο βιβλίο για την ηθική που έχει γραφτεί στην Γαλλία εδώ και πάρα πολύ καιρό (το γεγονός αυτό ίσως να εξηγεί και το γιατί η επιτυχία του δεν περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο «αναγνωστικό κοινό»: Το να είσαι αντι-οιδιπόδειος έγινε τρόπος ζωής, ένας τρόπος σκέψης και βίου). Πώς μπορεί κανείς να μην γίνει φασίστας, ακόμη κι όταν (και μάλιστα ειδικά όταν) πιστεύει για τον εαυτό του πως αποτελεί έναν επαναστάτη μαχητή; Πώς απαλλάσσουμε τον λόγο και τις πράξεις μας, τις καρδιές και τις απολαύσεις μας από τον φασισμό; Πώς θα ξετρυπώσουμε τον φασισμό τον βαθιά ριζωμένο στην συμπεριφορά μας; Οι χριστιανοί ηθικολόγοι αναζητούσαν τα ίχνη της σάρκας που φωλιάζουν βαθιά μες τη ψυχή. Οι Deleuze και Guattari, από τη μεριά τους, ιχνηλατούν τα ελαχιστότατα ίχνη φασισμού μέσα στο σώμα.

Αποτίνοντας έναν ταπεινό φόρο τιμής στον Άγιο Φραγκίσκο του Σαλ[1], θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Αντι-Οιδίπους αποτελεί μια Εισαγωγή στη Μη Φασιστική Ζωή.

 

Η τέχνη αυτή του βίου ενάντια σε κάθε μορφή φασισμού, παρόντος ήδη ή επικείμενου, εμπεριέχει έναν ορισμένο αριθμό αναγκαίων αρχών, τις οποίες μάλιστα -αν θα ήθελα να μετατρέψω αυτό το σπουδαίο βιβλίο σε ένα είδος εγχειριδίου ή οδηγού της καθημερινής ζωής- θα συνόψιζα ως εξής:

  • Απελευθέρωσε την πολιτική δράση από κάθε μονιστική και ολοποιητική παράνοια.
  • Ανάπτυξε δράσεις, σκέψη και επιθυμίες μέσω του πολλαπλασιασμού, της παράθεσης, της διάζευξης, όχι μέσω της υποδιαίρεσης και της πυραμιδικής ιεράρχησης.
  • Απόσυρε την πίστη σου από τις παλαιές κατηγορίες του Αρνητικού (νόμος, όριο, ευνουχισμός, έλλειψη, κενό), που η δυτική σκέψη διατήρησε ιερό για τόσο καιρό, ως μια μορφή εξουσίας και πρόσβασης στην πραγματικότητα. Δείξε προτίμηση σε ό,τι είναι θετικό και πολλαπλό, στη διαφορά έναντι της ομοιομορφίας, στις ροές έναντι των ενοτήτων, στις εύκαμπτες διατάξεις έναντι των συστημάτων. Πίστεψε πως τα πράγματα που είναι παραγωγικά δεν είναι στάσιμα, μα νομαδικά.
  • Μη νομίζεις πως για να είναι κανείς μαχητικός πρέπει να είναι και θλιμμένος, ακόμη κι αν εκείνο που πολεμά είναι βδελυρό. Είναι η σύνδεση της επιθυμίας με την πραγματικότητα (και όχι η οπισθοχώρησή της στις μορφές της αναπαράστασης) που κατέχει αληθινή επαναστατική δύναμη.
  • Μην χρησιμοποιείς την σκέψη προκειμένου να θεμελιώσεις την πολιτική πρακτική στην Αλήθεια· ούτε την πολιτική δράση προκειμένου να απαξιώσεις, ως μια απλή εικασία, μία συγκεκριμένη συλλογιστική. Χρησιμοποίησε την πολιτική πρακτική ως κάτι που εντείνει την σκέψη και την ανάλυση ως κάτι που θα πολλαπλασιάσει τις μορφές και τους χώρους όπου θα παρέμβει, έπειτα, η πολιτική δράση.
  • Μην αξιώνεις από την πολιτική να αποκαταστήσει τα «δικαιώματα» του ατόμου, όπως τα έχει ορίσει η φιλοσοφία. Το άτομο είναι το προϊόν της εξουσίας. Χρειάζεται, μέσω του πολλαπλασιασμού και της μετατόπισης, να «απο-εξατομικεύσουμε» ποικιλόμορφους συνδυασμούς. Η ομάδα δεν πρέπει να είναι ο οργανικός δεσμός που ενώνει άτομα ιεραρχημένα, αλλά, αντίθετα, μια διαρκής γεννήτρια «απο-εξατομίκευσης».
  • Μην ερωτεύεσαι την εξουσία.

Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί πως τόσο λίγο νοιάζονται οι Deleuze και Guattari για την εξουσία, που επιχείρησαν να εξουδετερώσουν τις επιδράσεις της εξουσίας που συνδέονται με τον ίδιο, τον δικό τους λόγο. Εξ ου και τα παιχνίδια και τα δόκανα που διασκορπισμένα από άκρη σ’ άκρη του βιβλίου καθιστούν τη μετάφρασή του άθλο μεγάλης μαεστρίας. Όμως δεν έχουμε να κάνουμε, εδώ, με τις συνήθεις παγίδες της ρητορικής· οι παγίδες αυτές είναι εκεί προκειμένου να μεταπείθουν τον αναγνώστη -δίχως ο ίδιος να έχει συνείδηση για την χειραγώγησή του τούτη-, κερδίζοντάς τον, εν τέλει, παρά τη θέλησή του. Πράγματι, οι παγίδες του Αντι-Οιδίποδα είναι στην πραγματικότητα έμπλεες χιούμορ: Είναι τόσες οι προσκλήσεις για να παραιτηθεί ο αναγνώστης, να παρατήσει το κείμενο και να βροντήξει με θόρυβο την πόρτα πίσω του, που το βιβλίο μάς οδηγεί συχνά στο να πιστέψουμε πως δεν συναπαρτίζεται παρά από διασκεδαστικά παιχνίδια. Αυτό που εξελίσσεται ωστόσο, εδώ, είναι κάτι το ουσιώδες, ένα γεγονός εξαιρετικής σοβαρότητας: Ο εντοπισμός όλων των μορφών φασισμού, από τις πιο γιγαντιαίες που μας περικυκλώνουν και μας συνθλίβουν, μέχρι τις πιο τιποτένιες, εκείνες που συνιστούν την τυραννική πικρία της καθημερινής μας ζωής.

     

Μετάφραση: Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς

Επιστημονική επιμέλεια: Στάθης Παπασταθόπουλος

 

[Το κείμενο προέρχεται από την αμερικανική έκδοση του Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια (University of Minnesota Press, 2000. Πρώτη έκδοση: Viking Penguin, 1977)]

  

   

         

 


[1] Κληρικός και Επίσκοπος της Γενεύης του δέκατου έβδομου αιώνα, γνωστός για την Εισαγωγή του στον Ευσεβή Βίο.

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes