Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Ανάπλους: Ένα καταγωγικό μυθιστόρημα

του Σπύρου Γιανναρά

Barnett Newman Canto III 1963-4

Barnett Newman - Canto III 1963-4

 

Τι συμβαίνει όταν ένας πεζογράφος παίζει με τη φόρμα του πεζού;

Τι συμβαίνει όταν ένας συγγραφέας παίρνει μια συνέντευξη από τον εαυτό του;

Τι συμβαίνει όταν η συνέντευξη αποκτά μυθιστορηματικό τέλος; Ή μήπως και αρχή;

Τι συμβαίνει όταν ένας μυθιστοριογράφος γράφει ένα μυθιστόρημα μαθητείας με ήρωα τον ίδιο; Ή μήπως με ήρωα έναν τόπο;

Μπορεί και να μην συμβαίνει τίποτα, όπως και να συμβαίνουν τα πάντα· το μόνο σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του αδιόρατου συμβάντος που ονομάζεται λογοτεχνία. Κι όταν όλα τα παραπάνω συνδυάζονται με υψηλή μαστορική της γραφής, άψογα τιθασευμένη γλώσσα που σαγηνεύει με μόνη τη δύναμη και τη μελωδικότητα των εικόνων της, τότε είμαστε στα σίγουρα χαμένοι στα δυσεύρετα χωράφια της υψηλής λογοτεχνίας. Εκεί όπου όλες οι πυξίδες γελάνε τον αναγνώστη. Στα ευλογημένα χωράφια ενός αδιάψευστου μαντείου. Το μαντείο όπου πατήσαμε το πόδι μας, ο Ανάπλους, έχει για σιβυλλικό απόφθεγμα: «η λογοτεχνία είναι χρησμός». Αυτός ο χρησμός, η ταυτολογική λογοτεχνική μεταφορά είναι το αναμμένο δαδί με το οποίο μπορούμε να περιδιαβούμε ολόκληρο το μικρό γλυκύκαρπο χωράφι της λογοτεχνίας του Θανάση Βαλτινού. 

Ξεκινώντας λοιπόν από το πρώτο ζήτημα περί του παιγνίου του πεζογράφου με τη μορφή, ο οποίος επιλέγει τη συνέντευξη ως κέλυφος ενός μυθιστορήματος, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως αυτό υπηρετεί έναν σκοπό. Και άρα ότι η αλλόκοτη – εντελώς μη λογοτεχνική – αυτή μορφή που αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, ενδέχεται να μην είναι ένα αθώο παιχνίδι – ένα μεταμοντέρνο κλείσιμο του ματιού του συγγραφέα. Μόλις ο αναγνώστης συνειδητοποιήσει ότι το μυθιστόρημα παρουσιάζεται ως συνέντευξη για συγκεκριμένους, πολύ σοβαρούς ή αν θέλετε λειτουργικούς λόγους, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται εξ ορισμού μακριά από το πεπατημένο πεδίο της τέχνης για την τέχνη, όπου το άγονο παιχνίδι με τα αρίφνητα κελύφη της μορφής είναι αυτοσκοπός. Αντιλαμβάνεται δηλαδή ότι ο Ανάπλους είναι η μορφή που επιλέχθηκε ως καταλληλότερη για την έκφραση μιας Ποιητικής.

Κι αυτό διότι το φαινομενικό παιχνίδι με τη μορφή του μυθιστορήματος λειτουργεί με τη σειρά του ως χρησμός. Η μορφή του δεν παραδίδεται, ως είθισται, σαν κάτι δεδομένο, αλλά χρήζει ερμηνείας. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως από αυτό και μόνο το ιδρυτικό γεγονός (τη συνέντευξη-μυθιστόρημα) προκύπτει ότι για τον Βαλτινό η μορφή δεν διαχωρίζεται, δεν μπορεί να αποσπασθεί (επί ποινή θανάτου, σαν εγχείρηση σιαμαίων) από το περιεχόμενο, και πως το απόφθεγμα «η λογοτεχνία είναι χρησμός» συνεπάγεται ότι χρησμός δεν είναι μόνο το αξεδιάλυτο όλον, αλλά και τα επιμέρους – μορφή και περιεχόμενο – εξ ων συνετέθη.

«Θυμάσαι εκείνες τις μέρες;», ρωτάει σκυθρωπή τον συγγραφέα η Ζαΐρα-Κούλα στο έβγα του βιβλίου. Τα «ρετάλια της μνήμης, τα σπαράγματα» ημερών, τόπων και γεγονότων με τα οποία συνθέτει τα πεζά του, όπως αναφέρει στην φανταστική, αλλά εντελώς αληθοφανή δημοσιογράφο που του παίρνει τη συνέντευξη.  «Με τέτοιες αποσπασματικές εικόνες αποτυπώνεται μέσα μας η Κατοχή», ομολογεί σκιαγραφώντας ταυτόχρονα τον τρόπο που συνθέτει τα βιβλία του. «Εκείνες οι μέρες» είναι, η πολυτίμητη ψίχα της ζωής, το κατεξοχήν υλικό με το οποίο υφαίνονται οι κουβέντες των ανθρώπων που συγγένεψαν μέσα από κοινές εμπειρίες και βιώματα. Με άλλα λόγια η ζέουσα λαλέουσα γλώσσα του Βαλτινού οφείλει οπωσδήποτε κάτι από τη ζέση της στη θέρμη της προφορικής κουβέντας που αναπολεί το μοιρασμένο βίωμα. Η συνέντευξη είναι ένας από τους πιο λειτουργικούς τρόπους συναρμογής των σπαραγμάτων και ταιριάζει γάντι, ως λογοτεχνική μεταπλασμένη φόρμα, στον Βαλτινό.

Το πυκνό και ποιητικό αυτό βιβλιαράκι, ο Ανάπλους όπου μας εκθέτει την ποιητική του, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο γράφει λογοτεχνία, είναι ένα ταξίδι αναπόταμα όχι μόνο στα πρώτα βιώματα της παιδικής ηλικίας, αλλά και στις προγενέστερες λογοτεχνικές μορφές στις οποίες μετέπλασε το ίδιο βιωματικό υλικό μεταμορφώνοντάς το κάθε φορά από την αρχή σε ένα νέο και αυτόνομο έργο. Αυτό δηλαδή που αντιλαμβανόταν κι απολάμβανε ο συνεπής αναγνώστης της λογοτεχνίας του, παρουσιάζεται εδώ ρητά με έναν απολαυστικά παιχνιδιάρικο τρόπο: με την παράθεση αποσπασμάτων από άλλα του κείμενα όπως π.χ. το άρθρο «Νεοελληνικός εμφύλιος» από τη συλλογή Κρασί και νύμφες που είτε αυτόνομο, είτε ενταγμένο στην αφήγηση του Ανάπλου, εξακολουθεί να λειτουργεί ως οριακό κείμενο, στο μεταίχμιο μαρτυρίας και λογοτεχνίας – στον κατεξοχήν λογοτεχνικό τόπο και τρόπο του Βαλτινού. Με το εύρημα αυτό εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες που του προσφέρει η δημοσιογραφική φόρμα της συνέντευξης, αυξάνοντας την αληθοφάνεια της δικής του λογοτεχνικής μορφής, του μυθιστορήματος-συνέντευξη στην Κρίστα Στρατήγη, πετυχαίνοντας έτσι με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια.

Η θεματική του βιωματικού υλικού προσδιορίζεται εξ αρχής από το θέμα της διατριβής της Στρατήγη: «Ο Πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που γίνεται συγγραφέας». Οι πρώτες ερωτήσεις που πασχίζουν να εντοπίσουν το παιδί-θαύμα στις διηγήσεις της παιδικής ηλικίας σατιρίζουν με ένα υποδόριο διαλυτικό χιούμορ τα στερεότυπα της επαγγελματικής –  αστοιχείωτης ή βαριεστημένης – δημοσιογραφίας. Στις απαντήσεις αλιεύει κανείς εμβληματικά ειδοποιά  χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν οικουμενικά την ταυτότητα του συγγραφέα: μια αίσθηση ξενικότητας κι αποξένωσης, μια θαυμαστική αγάπη για τη φύση που μπόλιασε την ψυχή του με άσπιλες εικόνες παραδείσου, μια πρώιμη οικείωση με τον θάνατο και τέλος, ένα αίσθημα ασφυξίας, απότοκο μιας έλλειψης, μια ανάγκης ή όπως λέει μια δίψας, που μονάχα το γράψιμο μπόρεσε να χορτάσει. Η γέννηση της γραφής ανιχνεύεται στον παιδικό «πονόματο», μια αλλεργικής καταγωγής τύφλωση που απαιτούσε υπομονετικό κι επίπονο ξετσίμπλιασμα των ματιών. Η γραφή παρουσιάζεται ως το επίπονο άνοιγμα των ματιών στον κόσμο· ως ένας διαφορετικός τρόπος του οράν.

Ο Βαλτινός ανδρώθηκε σε μια από εκείνες τις εποχές που εμφανίζονται «μια ή δυο φορές στη χιλιετία» όπως διατείνεται ο σπουδαίος Γάλλος Μεσαιωνολόγος Ζωρζ Ντυμπύ, όπου «η διασάλευση των ισορροπιών αλλάζει τη μοίρα του πολιτισμού». Η παιδική του ηλικία του προσέφερε το κάδρο ή το σκηνικό – «τοπία άνυδρα, καμένα στον ήλιο» – το οποίο η ιστορία μετέτρεψε σε θέατρο φρικαλεοτήτων: «Δεν αναφέρω τα τοπωνύμια τυχαία ή για λόγους ακρίβειας μόνο. Στα χρόνια που ακολούθησαν τα μέρη εκείνα βάφτηκαν με  αίμα συχνά», επισημαίνει ο Βαλτινός υπογραμμίζοντας το άχθος που προσθέτει στην άρουρα η ιστορία. Η λογοτεχνία του πασχίζει να διασώσει το φορτίο των ανθρώπινων σκιών που φόρτωσε σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς τόπους η ιστορία, όπως ακριβώς οι αρχαίοι λυρικοί ποιητές απέδωσαν αύτανδρο το αρχαιoελληνικό αρκαδικό τοπίο μαζί με τους μικρούς θεούς, τις μούσες και τις νύμφες του. Εt in arcadia ego, μας λέει με τη σειρά του σήμερα ο Βαλτινός, ζωγραφίζοντας μια ριζικά μεταμορφωμένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο Αρκαδία, μαζί με τους νεκρούς της – «Αυτές οι μάταιες ανθρωποθυσίες», ανθρώπων «που αργότερα θα τους χρειαζόταν η Ελλάδα». Η λογοτεχνική σκιαγράφηση των γεγονότων που ανασταίνει ανθρώπους με σάρκα και οστά και όχι απλώς ιστορικά υποκείμενα, μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε εντός της – κατανοώντας τες –  τις αιτίες της παρατεταμένης παρακμής του σύγχρονου νεοελληνικού έθνους. Μιας παρακμής που κατέληξε στην κατάρρευση που βιώνουμε στις μέρες μας.

Ο Βαλτινός κατηγορήθηκε για μονόπλευρη απόδοση των γεγονότων της Κατοχής και κυρίως το Εμφυλίου. Το μυθιστόρημα του Ορθοκωστά, για το οποίο κατηγορήθηκε για μονομερή θέαση της ιστορίας, προκαλώντας σφοδρές αντιδράσεις, υπήρξε ωστόσο το τελευταίο έργο Ελληνα λογοτέχνη που έφερε στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης την ελληνική λογοτεχνία. Το ατόπημα της κριτικής ήταν ακριβώς ότι δεν αντιμετώπισε την Ορθοκωστά, και κατ’ επέκταση ολόκληρο το έργο του, με λογοτεχνικούς, αλλά με όρους αποκλειστικά ιδεολογικούς. Νομίζω ότι παρουσιάζοντας στον Ανάπλου το συγγραφικό του εργαστήρι και τις υπαρξιακές καταβολές του, ο Βαλτινός δίνει με τον πιο ουσιαστικό για συγγραφέα τρόπο, δηλαδή μέσα από την ίδια τη λογοτεχνία, μια απάντηση στις εν λόγω (επι)κρίσεις.

Η ψυχή του είναι γεμάτη μορφές. «Μερικές φορές οι μορφές αυτές αναδύονται μέσα μου και με αιφνιδιάζουν», σημειώνει ειρήσθω εν παρόδω διαφοροποιούμενους από τους συγγραφείς που συμβιώνουν με τους ήρωες τους μονάχα κατά την περιορισμένη περίοδο της συγγραφής. Γιατί οι ήρωες του είναι υπαρκτά πρόσωπα, τη σχέση με τα οποία κουβαλάει κανείς μέσα του εφ’ όρου ζωής· πρόσωπα που είτε παρατίθενται αυτούσια, είτε με μικρές αναγκαίες παραλλαγές στις αντιστοιχίες πρωταγωνιστών, βιογραφίας και τόπων, προκειμένου να λειτουργήσει η λογοτεχνική συνθήκη και να ζωντανέψει η αφήγηση. Η ίδια η μορφή της συνέντευξης η οποία θέτει εκ των πραγμάτων τα δάχτυλα επί των τύπων των ήλων της βιογραφίας, επιβάλλει το ξεσκέπασμα των λογοτεχνικών ηρώων και την αποκάλυψη των ιστορικών προσώπων που κρύβονται πίσω τους παραλλαγμένα σε ποικίλες μορφές.

Αν ο Βαλτινός αφηγείται τον Εμφύλιο από την πλευρά του «ανταρτόπληκτου» αρκαδικού πληθυσμού δεν το κάνει για να υπηρετήσει κάποια αντικομουνιστική ή εθνοκεντρική ιδεολογία, αλλά μονάχα από σεβασμό στο προσωπικό του βίωμα. Γιατί αυτή είναι η ιδρυτική συνθήκη της λογοτεχνίας: μυθοπλασία δεν ονομάζεται το πλάσιμο ενός φανταστικού μύθου, αλλά – ακόμα και στις περιπτώσεις εντελώς επινοημένων ιστοριών – η δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας η οποία αντλεί τους χυμούς της από την αληθινή ζωή. Σε κάθε λογοτέχνημα υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας στον οποίο η συγγραφική φαντασία έρχεται και αλλάζει τα φώτα. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για να λειτουργήσει «η στιγμιαία αναστολή της δυσπιστίας» που όπως λέει ο Κολριτζ δίνει ζωή στο λογοτεχνικό έργο είναι ο απόλυτος σεβασμός του συγγραφέα στο πυρήνα του βιώματος που μεταγγίζει στο γραπτό του.

Στην περίπτωση του Βαλτινού ο σεβασμός είναι πολλαπλάσιος, σχεδόν ιερός καθότι το πρωτογενές υλικό του είναι η ζωή και κυρίως ο άδικος θάνατος οικείων ανθρώπων. Η ταύτιση ορισμένων λογοτεχνικών ηρώων του Βαλτινού με το πραγματικό τους πρόσωπο μετατρέπει τον Ανάπλου σε ένα μαρτυρολόγιο αδικοχαμένων θυμάτων μιας παράλογης εποχής. «Σκόρπιες ιστορίες θυμάτων που όμως ακούγονται σαν αίνος», όπως αναφέρει ο ίδιος. Το βιβλίο παίρνει σε κάποια στιγμή τη μορφή κανονικού μαρτυρολόγιου με την εξαντλητική απαρίθμηση των 100 εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς στο Μονοδέντρι στις 25 Νοεμβρίου 1943. Αυτή απόδοση λογοτεχνικού φόρου τιμής είναι, όπως λέει, «ζήτημα δικαιοσύνης». Με όρους όμως αντίστροφους εκείνης που ο Σεφέρης αποδίδει στους «Αργοναύτες» του: «Κάνεις δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη». Ενώ ο Βαλτινός χρησιμοποιώντας την υπεράνθρωπη δύναμη της λογοτεχνίας να αποσπά πρόσωπα και γεγονότα από τη λήθη, προσφέρει ως αντίδωρο στον ανέντιμο θάνατο την λογοτεχνική αθανασία. Ενίοτε τους προσφέρει και κάτι παραπάνω, όπως στην περίπτωση του Κώστα Π. που «έζησε μια ζωή μοναξιάς» κερδίζοντας ως λογοτεχνικό αντάλλαγμα «μια ακμαία εφηβεία».

Ο Ανάπλους είναι όπως προείπαμε ένας πολυδιάστατος χρησμός. Το αληθινό του πρόσωπο κρύβεται διαρκώς πίσω από διαφορετικά προσωπεία. Προσωπεία όχι απατηλά, αλλά που φανερώνουν αποσπασματικά κομμάτια της αλήθειας του.  Η συνέντευξη-μυθιστόρημα μοιάζει να είναι ένα bildungsroman ένα μυθιστόρημα μαθητείας, ενώ ταυτόχρονα η κλασικότροπη γλώσσα του παραπέμπει στην ηθογραφία. Την ίδια όμως στιγμή θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι πρόκειται για ένα δοξαστικό μυθιστόρημα της παιδικής ηλικίας, αλλά και για ένα ακραιφνές έργο του πιο προωθημένου μοντερνισμού. Όπως και με τον Τελευταίο Βαρλάμη όπου ο Βαλτινός μεταμορφώνει με τον δικό του μαγικό τρόπο ένα δοκίμιο σε μυθιστόρημα, ο Ανάπλους υπηρετεί ακόμα πιο ρηξικέλευθα τον μοντερνισμό που συναντάμε στα Στοιχεία  για τη δεκαετία του ’60.

Νομίζω όμως ότι εν τέλει ο Βαλτινός τόσο με τον Βαρλάμη, όσο και με τον Ανάπλου φωτίζει το τωρινό καταταλαιπωρημένο μας πρόσωπο μιλώντας για τα καταγωγικά μας λάθη – τα της Επανάστασης και τον Εμφύλιο – τα οποία σε αυτόν τον τόπο εξακολουθούν να παραμένουν θέματα ταμπού. Όσο δηλαδή αρνούμαστε να διαβάσουμε, τις δύο κομβικές στιγμές της ιστορίας μας απ’ όπου πηγάζουν όλες οι κακοδαιμονίες που μας ταλανίζουν κοντεύοντας να μας εξαφανίσουν ως έθνος χωρίς να αποκρύπτουμε ή να αλλοιώνουμε κατά το δοκούν συγκεκριμένες πτυχές τους, όσο θα αδυνατούμε να εκφράσουμε το προσωπικό μας βίωμα χωρίς να το ιδεολογικοποιήσουμε, η χώρα αυτή (δηλαδή ο ίδιος μας ο εαυτός) θα παραμένει αγνώριστη σε κάθε γενιά. Θα συνεχίζουμε να επαναλαμβάνουμε μετά τον Βαλτινό: «Κάποτε που πέρασα από εκεί δεν με αναγνώρισε κανένας. Ούτε εγώ αναγνώρισα τον τόπο».

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes