Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Ο Δρόμος

του Juan Asensio

Έφυγαν τώρα. Δραπέτες, διωγμένοι προς τον θάνατο ή την εξορία, χαμένοι, ηττημένοι. Πάνω στη γη ο ήλιος και ο άνεμος ξανάρχονται να κάψουν και να τραντάξουν τα δέντρα, τα χόρτα. Απ’ αυτούς τους ανθρώπους τίποτα δεν έμεινε, ούτε ερείπιο. Πάνω στα χείλη της παράξενης ράτσας που διαμένει εδώ, από δω και πέρα τα ονόματά τους θα είναι μύθος, θρύλος, σκόνη.

Cormac McCarthy, The Orchard Keeper, 1965

 

Ποιοι είναι αυτοί οι κακόφωνοι εσπερινοί που παράγουν με το κουδούνισμά τους τα φτηνοπράματα που γυρολόγου κατά μήκος του μακρού δειλινού και πάνω στον κατάστικτο δρόμο του δάσους, την ώρα που αυτός περπατά σκυφτός και χτυπημένος κατά μήκος των ανεμόδαρτων σαρκωμάτων της μέρας, όπως εκείνοι οι γέροι παράνομοι, αποκομμένοι από κάθε πραγματικότητα και αναγκασμένοι να εμφανιστούν στον παράδεισο ή στην κόλαση, οι ίδιοι που στοιχειώνουν στο διηνεκές τούς ενδιάμεσους τόπους χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη, κατάρες και θεούς;

Outer Dark, 1968

 

Εάν υπήρχαν πιο μαύρες περιοχές της νύχτας, θα τις είχε βρει.

Child of God, 1974

 

Αφιερώνω αυτό το κείμενο στη μνήμη του Vincent Murlin. Ας καταφέρει, πάνω στο λευκό μονοπάτι, να βρει λίγη ζεστασιά και ανακούφιση.

PampaTexasLongRoadNear106BGibson

«Ο Δρόμος» του Κόρμακ ΜακΚάρθυ θυμίζει ασφαλώς την αφαιρετική γραφή (όχι πτωχή) του πρώιμου Hemingway, εκείνη των τελευταίων έργων του Beckett, γεμάτη σιωπές που μερικές φορές μοιάζουν να καλύπτουν περισσότερο χώρο απ’ το ίδιο το κείμενο. Ανακαλεί στη μνήμη τις πιο ζοφερές τραγωδίες του Shakespeare (αλλά και την ιδιοφυή πληθωρικότητα της γλώσσας του), τις εικόνες του δαιμονικού συμβολισμού που σκορπίζει ο Conrad και οι οποίες μοιάζουν με τα απύθμενα αινίγματα στην πορεία του ποταμού που σιγά-σιγά ανεβαίνει ο Marlow, την ανέστια ζωή των χαρακτήρων του Steinbeck στα «Σταφύλια της οργής», τη σιγουριά ότι η βαρβαρότητα δεν μπορεί να ηττηθεί από την πρόοδο, όπως επικαλείται «Ο άρχοντας των μυγών» του Golding, το υπερβολικά εύθραυστο του πέπλου, που δικαίως μάς χωρίζει απ’ αυτή τη βαρβαρότητα που είναι καταχωνιασμένη κάτω από ένα λούστρο καλών συναισθημάτων και τεχνολογίας, όπως θυμίζει το «Νησί του δρος Μορώ» (καθώς και «Η μηχανή του χρόνου» και «Ο πόλεμος των κόσμων») του Welles. Μα πάνω απ’ όλα, «Ο Δρόμος» του Κόρμακ ΜακΚάρθυ τρέφεται απ’ όλα τα προηγούμενα μυθιστορήματά του,[1] κυρίως το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους». Οι τελευταίες γραμμές αυτού του μυθιστορήματος που ανακαλούν το όνειρο του σερίφη (ξαναγίνεται παιδί, συνοδεύει μέσα στη νύχτα τον πατέρα του που βυθίζεται μες στα σκοτάδια κρατώντας μια απλή λάμπα) μοιάζουν να προαναγγέλλουν την περιπέτεια που εκτυλίσσεται στον «Δρόμο»: Ένας άντρας και ο γιος του προχωρούν δίχως σταματημό, γιατί η ακινησία (αυτός ο σωτήριος χρόνος που βρίσκουν σ’ ένα καταφύγιο αντι-ατομικό) είναι ο θάνατος, μια και τίποτα δεν μπορεί να σε κάνει να ελπίζεις αν η ελπίδα δεν διατρέξει, μέσ’ απ’ τον πόνο, κάθε ίνα του καταπονημένου από μιαν εξαντλητική πορεία κορμιού μας.

Ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ ξαναβρίσκει στον «Δρόμο» τη στέρεη γραφή του, αξιοσημείωτα ακριβή και λακωνική, χωρίς ωστόσο να υιοθετεί τον ακατάστατο ρυθμό, το κινηματογραφικό στακάτο τού «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους». Δεν παραιτείται ακόμη από το να επικαλεστεί, με πληρέστερο τρόπο απ’ ό,τι στο προηγούμενο μυθιστόρημά του, τη σκοτεινή ομορφιά ενός κόσμου ρημαγμένου, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει, ορισμένες στιγμές, την περιγραφή της περιπλάνησης των δύο ηρώων του – πατέρα και γιου: Έτσι η γραφή του ΜακΚάρθυ ξαναβρίσκει την υπνωτική ανάσα του στοιχειωμένου από τον Monsieur Ouine Μπερνανός, αλλά κυρίως την ονειρική ατμόσφαιρα των μεγάλων στάσεων που είναι διάσπαρτες στην Τριλογία των Συνόρων του. Μοιάζει ακόμα να δραπετεύει από έναν κόσμο κατεστραμμένο από κάποιον πλανητικό κατακλυσμό, για ν’ αναζητήσει το έσχατο ίχνος της χριστιανικής αγάπης που έχει αποδράσει στο σύμπαν. Πού βρίσκεται; Σε κάποιες στοιχειώδεις κινήσεις επιβίωσης, λόγια που ανταλλάσσουν πατέρας και γιος, επώδυνα λόγια ενός περασμένου κόσμου, τσακισμένου, σε μερικές συναντήσεις ωραίες και σπάνιες με ανθρώπους που δεν έχουν επιστρέψει σ’ εκείνη την αγριότητα που μετά βίας συγκρατείται από μια κοινωνία τώρα πια κατεστραμμένης, αποψιλωμένης.

Το τοπίο που παρουσιάζεται πάντοτε στα μυθιστορήματα του ΜακΚάρθυ, εκείνο το σημείο μιας άγνωστης πραγματικότητας, δεν έχει παρουσιαστεί, θα μπορούσαμε να πούμε, με τέτοιαν εγγύτητα προς αυτούς που διατρέχουν τη σκονισμένη ερημιά, όσο στον «Δρόμο». Ίσως αυτό να δηλώνει στους καταστροφείς και στους επιζώντες, που ενίοτε ταυτίζονται: τη βουβή θλίψη της δημιουργίας, της οποίας την αιτία ο Walter Benjamin εντόπισε στην κακή χρήση της γλώσσας που έκανε ο Αδάμ, και ότι ο κόσμος βρίσκεται στο τέλος της πνοής και του λόγου.

Δεν είναι πια κατηφής, αλλά γονατισμένος, ακίνητος και παγωμένος, όπως ένας απ’ αυτούς τους μουσουλμάνους που, μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης -φιγούρες νωχελικές και αναδιπλωμένες στον εαυτό τους- σηματοδοτούσαν το όριο πέρα από το οποίο η ανθρωπότητα, η τρυφερή ζεστασιά της σάρκας, συγχέονταν με την απόγνωση των ορυκτών.

cormac2_1Είναι λοιπόν πραγματικά ο καιρός των λύκων από εκείνους τους πολύ παλαιούς μύθους, μια εποχή στην οποία ένας πατέρας και ο γιος του υφίστανται την αμείλικτη βία: Προπάντων ο ΜακΚάρθυ δεν διστάζει να μας θυμίζει ότι οι άνθρωποι μπορούν να κρατηθούν στο ύψος του ανθρώπου χωρίς την παραμικρή υποστήριξη της κοινωνίας, ότι το σύνολο των επιζώντων που ξαναγίνονται λύκοι τελικά δεν ενδιαφέρει καθόλου τις δύο ανθρώπινες υπάρξεις που έχουν αποφασίσει να σταθούν όρθιες και ν’ αποφύγουν το βύθισμα στο βάραθρο. Η αγριότητα πρέπει να είναι ηθελημένη, επιθυμητή, μια περίπτυξη ερωτική, μοιάζει κάθε ερωμένη που σέβεται τον εαυτό της: δεν μπορεί να κυριευθεί από τον άντρα, παρά μόνον αν εκείνος έχει απαλλαχθεί από την καθαρή ενόραση για όλα όσα είναι το Καλό και το Κακό! Ο Kurtz γίνεται η ενσάρκωση (απατηλή, παρ’ όλ’ αυτά) της αγριότητας μόνον επειδή αποφάσισε ν’ αφεθεί να τον κυριεύσει αυτό το μαύρο κύμα. Είναι αλήθεια ότι ήταν άδειο, όπως δεν παύουμε να επαναλαμβάνουμε, μετά τον Κόνραντ, τον T.S.Eliot και ύστερα τον Μπερνανός και τον Broch. Τα πιο σκοτεινά πρόσωπα του ΜακΚάρθυ δεν εξηγούνται ποτέ από τις τόσο θλιβερές κοινωνικές συνθήκες (βλέπετε, μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία, μια μητέρα ηττημένη, έναν πατέρα αλκοολικό -επιπόλαιο ραδιούργο- μια νεανική ζωή κλεισμένη σ’ ένα κλουβί από σάπια έπιπλα κλπ) που διαλύουν την υπευθυνότητά μας μέσα σε μια μολυσμένη κοινωνιολογική μελάσα. Δείτε τον Suttree: περιθωριακός, αδέκαρος, περιπλανώμενος, κι όμως είναι ένας μεγάλος άνθρωπος με το κεφάλι του γεμισμένο με άλλα πράγματα, όχι άχυρα. Κανείς εξάλλου δεν αμφιβάλλει ότι οι κακοί δημοσιογράφοι θα κατηγορήσουν τον συγγραφέα για εκείνον τον πατερναλισμό που κρίνουν συντηρητικό, ήτοι αντιδραστικό, και που ήδη ενυπάρχει στο «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους». Είναι τουλάχιστον ευτυχές που μας αφήνουν να διαβάζουμε τα μυθιστορήματα του ΜακΚάρθυ με την ησυχία μας, αυτοί οι ανόητοι κλαψιάρηδες που δεν μπόρεσαν καν να δουν ότι αυτό το μυθιστόρημα του απόλυτου αφανισμού κτίζει περισσότερο παρά γκρεμίζει, δημιουργεί ακόμη και μες στην ίδια την καταστροφή. Θα επανέλθουμε σ’ αυτό. Όποιες κι αν είναι οι προφανείς παρεκβάσεις του ΜακΚάρθυ, υπογράφει την αριστοτεχνική του διατριβή της αφήγησης με μια έμπνευση που δεν θα είναι ποτέ τόσο αξιοθαύμαστα στέρεη όσο στον «Δρόμο»: με μια λάμψη η γραφή του πασχίζει να περιπλανηθεί σε τόπους αδιανόητους, παλιές αναμνήσεις του πατέρα, επικλήσεις ενός πανάρχαιου παρελθόντος, ιλιγγιώδεις πτώσεις στο χάος της αβύσσου, περιήγηση στις μυστικές γωνιές της Γης, κι αυτό για να επανέλθει ορθότερα, περιστρεφόμενη, όπως ένας ειρηνοποιός άνεμος που αγκαλιάζει πατέρα και γιο για να μπορέσουν ν’ αντέξουν τις απλούστερες περιπέτειες. Να τις βαστάξουν. Να βαστάζει δεν είναι εν τέλει ο μοναδικός ρόλος του συγγραφέα ο οποίος έφερε στον κόσμο χαρακτήρες που τρέφονται από το αίμα του;[2]

Ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ δεν αφήνει ούτε λεπτό να χαλαρώσουν τα πρόσωπα του έργου του: τα παρακολουθεί, τους επιφυλάσσει μερικές απλούστατες εκπλήξεις (ένα καταφύγιο, τροφή, ρούχα), ξετυλίγει κάτω απ’ τα βήματά τους έναν δρόμο με προφανή συμβολισμό. Η via rupta είναι το μονοπάτι που αυλακώνει τον δρόμο του φθοροποιού χρόνου. Η ακινησία είναι ο θάνατος, κυρίως στον μετα-αποκαλυπτικό κόσμο  (του οποίου η περιγραφή μοιάζει να στηρίζεται στα εκλαϊκευμένα συμπεράσματα του Carl Sagan[3] και της επιστημονικής ομάδας στο «Κρύο και το σκοτάδι»), άρα ανάλγητο, που περιγράφει ο ΜακΚάρθυ. Ο δρόμος είναι αυτή η τυπικά μπερνανοσική εικόνα που ανακάτεψε ο Julien Gracq, όπως γράφει σ’ ένα από τα δοκίμιά του. Ο δρόμος της περιπλάνησης είναι εξάλλου ένας αγαπημένος διάκοσμος που ο ΜακΚάρθυ δεν κουράζεται να ζωγραφίζει σε όλα του τα μυθιστορήματα.

Ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ οδηγεί κυριολεκτικά τους ήρωές του σαν να ήταν ένας αθέατος καλός Σαμαρείτης που συμπονά τα πλάσματα της γης, όπως ακριβώς το μικρό αγόρι στην καταλυτική εικόνα της αρχαίας κατανύξεως που φαίνεται να δίνει στον πατέρα του τη δύναμη να προχωρεί με κάθε τίμημα  (δείτε τα ίδια τα λόγια του παιδιού) προς μιαν ακτή άγρια και άγονη, ολοσχερώς κατεστραμμένη. Ο συγγραφέας μας (αλλά και μια από τις πιο ανατρεπτικές δημιουργίες του: το παιδί) αξίζει έτσι το παράξενο επίθετο χριστοφορικός, που ο Léon Bloy προσέδωσε στον μυστικό και μεγάλο ρόλο του Αποκαλυπτή του Κόσμου, όπως αποκάλεσε τον Χριστόφορο Κολόμβο. Δρόμος και ανακάλυψη, του κόσμου αλλά και της ψυχικής τοπιογραφίας, είναι οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας που σηματοδοτούν συμβολικά τις διασημότερες λογοτεχνικές και μεταφυσικές οδύσσειες.

Τι πρόκειται ν’ αποκαλυφθεί μέσα σ’ αυτό το βάρβαρο και κεραυνοβόλο μυθιστόρημα; Η θεμελίωση μιας νέας χριστιανοσύνης, που δεν έχει σημασία εάν η Ρώμη την κατέστρεψε ή όχι. Εμείς εξάλλου δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτα απ’ όσα απομένουν απ’ την Εκκλησία. Μόνο μερικά στοιχεία που φαίνεται ότι διόλου δεν τράβηξαν την προσοχή του ΜακΚάρθυ μάς έχουν παραδοθεί: έτσι μας λέει πως η Αμερική ρημάχτηκε από «αιρέσεις του αίματος».[4] Ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ, σε αντίθεση με τον τσαπατσούλη Maurice G. Dantec, αρνείται να περιγράψει τις επικές μάχες που δόθηκαν από τους εχθρούς της Εκκλησίας προς τους τελευταίους εκπροσώπους της Τάξης.[5] Φαίνεται ακόμη ότι δεν ενδιαφέρεται να μάθει αν διασχίζει τα χρόνια του σιδήρου, κρυμμένο μέσα σε υπόγεια, το σαρκαστικό κρανίο του αγίου Leibowitz, του οποίου η γνώση θα ξαναδώσει ζωή σ’ έναν πολιτισμό (που θ’ αφανιστεί εκ νέου, μερικούς αιώνες μετά την Αναγέννηση, από μια ανθρωπότητα που ήταν πρακτικά κατεστραμμένη από τις μεγάλες φωτιές). Υπάρχουν, μέσα σ’ αυτόν τον τρόπο της σιωπής, τα τρομακτικά γεγονότα που ακολούθησαν μια καταστροφή για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτε, μια αισθητική θέληση να συμβιβαστεί η μετα-αποκαλυπτική κατάσταση, η ακραία της απογύμνωση, με μια γραφή που από μόνη της αναδιπλώθηκε ως τη βαθύτερη ρίζα της, απαλλαγμένη από τα εκκωφαντικά της λουλουδίσματα. Με τον ίδιο τρόπο, στο έξοχο “Missa sine nomine” του Ernst Wiechert, ο συγγραφέας δεν επικαλείται ποτέ ευθέως την τερατώδη αλήθεια των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης.

Αυτή η νέα χριστιανοσύνη θα είναι λοιπόν απαράλλαχτη σε όλες τις πρώτες κοινότητες που έχουν μάθει το Καλό Νέο: θα κρύβεται και θα κινδυνεύει πάντοτε να νικηθεί από τη βαρβαρότητα. Και, όπως και η άλλη, εν τέλει θα επιβιώσει.

171the_road-thumb-largeΤι σημασία έχει ακόμη κι αν ο Θεός υπάρχει: Μπορεί κι αυτός να παρασύρθηκε από την πυκνή τέφρα που σκέπασε όλο τον κόσμο, μόλυνε τις θάλασσες και τους ωκεανούς, σκοτείνιασε τον αέρα καλύπτοντας τον ήλιο μ’ ένα πέπλο, εκείνο το γλίσχρο φως που λούζει τα τοπία και τον ατελείωτο δρόμο που τα διασχίζει, το φως που μας θυμίζει το ψεύτικο και κακοποιό φως από την έκλειψη της σελήνης που έχει περιγράψει ο Wiechert. Σε τι ωφελεί λοιπόν, ξαναβρίσκοντας τους τόνους του Ιώβ, να Τον καταραστούμε, ν’ αφεθούμε στην απόγνωση, να συλλογιστούμε μες στην τρέλα μας ότι η πραγματική ζωή, μέσα σ’ έναν κόσμο σχεδόν νεκρό, είναι κι αυτή καταδικασμένη σε θάνατο, ή να βεβαιώσουμε τον ασεβή πως Εκείνος, ο Θεός που τρελάθηκε γιατί τον λάτρεψαν άνθρωποι που αποκτηνώθηκαν, κρύβεται μέσα στον γιο που προστατεύει με όλες τους τις δυνάμεις τον πατέρα, εκείνον που αποκαλεί απλώς Μπαμπά; Αν επιβιώσει το μικρό παιδί, αν δεν χάσει το μυαλό του ατενίζοντας την τρέλα, την απελπισία (της μητέρας του που αυτοκτόνησε), την πανώλη και το απόλυτο Κακό, μες στην καταδίκη του να αυτοκατατρώγεται χωρίς σταματημό διαφυλάσσοντας τη χρήση του λόγου του, τότε λοιπόν είναι ο Θεός που συνεχίζει να ομιλεί, εφόσον «Άμα δεν είναι αυτό ο λόγος του Θεού, ο Θεός δεν μίλησε ποτέ».[6]

Αυτή η εύθραυστη ανατρεπτικότητα της ομορφιάς, η οποία ούτως ή άλλως είναι πάντοτε χαμένη, αρκεί στον Κόρμακ ΜακΚάρθυ, και η ακραία αποψίλωση, η ανάλωση της ίδιας της γλώσσας, της μουσικής που ίσως αφυδατώθηκε σε κάποιους αδιαμόρφωτους ήχους, αυτός ο κίνδυνος της κάθε στιγμής, οι ανεπαίσθητες κινήσεις που εδραιώνονται για να βεβαιώσουν ότι το φως, δραματικό όσο η ακραία αδυναμία του, όλα αυτά δεν μπορεί να καταβροχθιστούν από τα σκοτάδια: «Ξαπλωμένος ανάσκελα κοίταζε το αγόρι πλάι στη φωτιά. Ήθελε να βλέπει. Κοίταξε γύρω σου, είπε. Δεν υπάρχει προφήτης στο μακρύ χρονικό του κόσμου που να μην του γίνεται τιμή εδώ πέρα σήμερα».[7]

Έχουμε ακόμη την εντύπωση ότι όλα αυτά που επέζησαν της καταστροφής, το Λείψανο των παλιών εβραϊκών προφητειών, αυτή η γη η ξερή, η κρύα, η σκοτεινή, η χωρίς ζωή, οι λίγοι περιπλανώμενοι που αναζητούν λίγο ψωμί και φως, αυτά τα λίγα πράγματα είναι ακόμη πολλά στα μάτια του Κόρμακ ΜακΚάρθυ και, σαν τον αξιόπιστο Μάγιστρο Έκχαρτ, το Τίποτα είναι η πραγματική κατοικία τους, η νέα Κιβωτός της άφθαρτης συμμαχίας. Ξεκινώντας απ’ αυτό το τίποτα, θα έπρεπε, ή μάλλον θα πρέπει, να θεμελιώσουμε εκ νέου, μια και αυτό το τίποτα είναι όλα, γιατί αυτό το τίποτα, τελευταίο βασίλειο που έλαχε σ’ ένα πλάσμα που από θεϊκό λάθος έγινε θεός, είναι γεμάτο από κόσμους ανύποπτους: «Κλότσησε δυο λακκούβες μες στην άμμο για τους γοφούς και τους ώμους του παιδιού όπου θ’ ακούμπαγε στον ύπνο και κάθισε κρατώντας το στην αγκαλιά παίζοντας με τα μαλλιά του μπρος στη φωτιά να τα στεγνώσει. Η όλη πράξη σαν πανάρχαιο χρίσμα. Γένοιτο. Συγκάλεσε τους τύπους των πραγμάτων. Όταν δεν σου ‘χει μείνει τίποτ’ άλλο κατασκεύαζε τελετουργίες με το τίποτα και δίνε τους την πνοή σου».[8]

                                                                                                           

μετάφραση: Μάρω Ζαράρη


Ευχαριστούμε γι' ακόμα μια φορά τον Juan Asensio για την παραχώρηση του κειμένου από το μπλογκ του Stalker, ανατομή του λογοτεχνικού πτώματος.


[1] Μυθιστορήματα στα οποία ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ ενδεχομένως παραπέμπει ανακαλώντας τις «αρχαίες ιστορίες θάρρους και δικαιοσύνης».

[2] Θυμίζω ότι η γαλλική μετάφραση του μυθιστορήματος του George Steiner είναι λανθασμένη: Δεν πρόκειται για την Μεταφορά του Α.Χ. αλλά για την Προσαγωγή…, όπως ανέφερα σ’ ένα κείμενο αφιερωμένο στον Στάινερ που δημοσιεύτηκε στο Cahier de l’Herne. Αυτό το λάθος σκεπάζει όλο το νόημα του τίτλου, αρκεί να παρατηρήσουμε ότι η πρόθεση του Στάινερ, παρότι δεν είναι ξεκάθαρα δηλωμένη, συνίστατο στο να συγκροτήσει μια αναλογία ανάμεσα στη μοίρα του Χίτλερ και εκείνη του Χριστού.

[Ο Ασανσιό διακρίνει μεταξύ του πρωτότυπου τίτλου The portage to San Cristobal of A.H. και της γαλλικής μετάφρασης Le transport… Προτιμήσαμε το προσαγωγή για ν’ αποδώσουμε το portage του αγγλικού τίτλου, παραπέμποντας στη δίκη τόσο του Α.Χ. όσο και του Χριστού, όπως υπονοεί ο Ασανσιό Σ.τ.μ.]

[3] Να σημειώσουμε ότι ο Καρλ Σαγκάν ήταν από τους δημιουργούς της διάσημης εγχάρακτης χρυσής πλάκας, ένα είδος μποτίλιας στη διαστρική θάλασσα σύμφωνα με την κοινή εικόνα που χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι, στερεωμένης στα ρομποτικά διαστημόπλοια Pioneer 10 και 11 που εγκατέλειψαν το ηλιακό σύστημα τη δεκαετία του ’80.

[4] Αντλήσαμε τον όρο από την ελληνική μετάφραση του «Δρόμου» που υπέγραψε ο Αύγουστος Κορτώ, Καστανιώτης 2007 (σ.τ.μ.).

[5] Ένα κοινό σημείο, ή μάλλον δύο, μεταξύ του κειμένου του ΜακΚάρθυ και του πολύ κατώτερου κειμένου του Maurice G. Dantec: ο εκφυλισμός της γλώσσας, που περιγράφεται λεπτομερώς στο μυθιστόρημα του Νταντέκ, κατά τη γνώμη μου μ’ έναν τρόπο υπερβολικά βιομηχανικό και εν τέλει ελάχιστα πειστικό. Και ακόμα το παρόμοιο σκοτείνιασμα της ατμόσφαιρας από μιαν αποπνικτική σκόνη.

[6] Πάλι από τη μετάφραση του κ. Κορτώ (σ.τ.μ.).

[7] Ό.π. (σ.τ.μ.)

[8] Ό.π. (σ.τ.μ.)

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes