Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Πώς δουλεύουμε (μαζί); Το εφικτό και το ανέφικτο της συλλογικής εργασίας

της Κωνσταντίνας Γεωργέλου

 

4_erotiseis_se_5_chorografous_gia_7_probes_sun_1_parastasi

 

Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μια εμμονή με τις λεγόμενες “ενδιαφέρουσες”, “ιδανικές”, “επιτυχημένες”, “μη αναμενόμενες” κτλ. συνεργασίες στο χώρο των τεχνών, η οποία ενισχύεται απο πολιτιστικούς φορείς και από τα μέσα, και η οποία φαίνεται να προάγει ένα νεοφιλελεύθερο και παγκοσμιοποιημένο πνεύμα δουλειάς, εμπνευσμένο απο τις αρχές της συλλογικότητας και της πολυφωνίας. Και, αν και οι συνεργασίες δεν θα έλεγα πως είναι γενικά περισσότερες, λιγότερο ιεραρχημένες ή λιγότερο προσωποκεντρικές από παλιότερα, η εμπορική σημασία τους φαίνεται να έχει γίνει πιο έντονη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση γύρω απ' την ούτως ή άλλως περίπλοκη έννοια της συλλογικότητας. Όπως εύστοχα επισημαίνουν τόσο ο Florian Schneider στο άρθρο του “Collaboration” όσο και η Bojana Kunst στο άρθρο της “Prognosis on Collaboration”, βασική αρχή της νέας οικονομίας που προέκυψε το '90 στον τομέα της άυλης παραγωγής (δηλαδή εκεί όπου δεν παράγεται ένα υλικό, χειροπιαστό προϊόν), ήταν ακριβώς το κάλεσμα «Ας δουλέψουμε μαζί!». Και, καθώς εξηγούν, αυτή η τάση για συλλογική εργασία λειτούργησε και ως αντίσταση στην ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας, της παγκόσμιας επικοινωνίας και του networking, τα οποία επέφεραν έντονο αποπροσανατολισμό και αναστάτωση. Σήμερα όμως, η συλλογική εργασία έχει γίνει πλέον μόδα, έχει υπεραπλουστευτεί ως έννοια και πολύ συχνά εξυπηρετεί την ανάδειξη της ατομικότητας. Αποτελεί δηλαδή ένα εξέχον κομμάτι του σύγχρονου πολιτισμού, το οποίο στην ουσία εκφράζει την ανάγκη για αστείρευτη παραγωγή νέων ιδεών και αδιάκοπη ανταλλαγή επικοινωνίας.

Ωστόσο, σύμφωνα με το παραπάνω μοντέλο, μένει ανεκμετάλλευτη αυτή η τόσο κρίσιμη πτυχή της συλλογικότητας: το ταυτόχρονα εφικτό και ανέφικτό της. Καμία συλλογική εργασία δεν μπορεί να είναι απόλυτα συλλογική, με την έννοια της ιδανικής συμμετρίας, ενότητας και συμφωνίας μεταξύ όσων συνεργάζονται προς την υλοποίηση κάποιου έργου. Αλλά, παραδόξως, αυτή η αίσθηση του ανολοκλήρωτου είναι και κινητήριος δύναμη κάθε συλλογικότητας. Επομένως, αυτό που καθιστά μια συνεργασία συλλογική δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα, δηλαδή το προϊόν που παράγεται, αλλά η διαδικασία που θα οδηγήσει σε αυτό: η τόσο γοητευτική πάλη και συνεχής διαπραγμάτευση με τον βαθμό του ανέφικτου και του εφικτού μιας αυθεντικής συλλογικότητας.

Και το ερώτημά μου αρχίζει να σχηματοποιείται..: κατά πόσο οι σημερινές συλλογικές καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες συνειδητοποιούν και καταπιάνονται με την (τόσο ενδιαφέρουσα) περιπλοκότητα που χαρακτηρίζει τις δομές τους;

Ξεκινά η ισοπέδωση της συλλογικής εργασίας τη στιγμή που αυτή αντιμετωπίζεται ως απλή ενορχήστρωση των ικανοτήτων και των ταλέντων κάποιων ανθρώπων, οι οποίοι έχουν σκοπό να παράγουν κάτι μαζί με κάθετο, ιεραρχημένο ή τυχαίο, ομοιογενή, αδιαφανή τρόπο. Κι έτσι, η έννοια και η πρακτική τού μαζί μεταφράζεται είτε σε «ένας» είτε σε «πολλοί», και παύει να έχει τη δυναμική που της αρμόζει - ως μια ασταμάτητη διαδικασία πειραματισμού, σχέσεων, ασύμμετρης ανταλλαγής, προσπάθειας, έρευνας, διαφωνίας, κριτικής και, γιατι όχι, παιχνιδιού μεταξύ του ενός και των πολλών. Με άλλα λόγια, τα ερωτήματα τα οποία θεωρώ πως απουσιάζουν ή – ακόμα χειρότερα – των οποίων η απάντηση θεωρείται αυτονόητη στις περισσότερες καλλιτεχνικές συνεργασίες σήμερα, είναι: πώς δουλεύουμε; και πώς δουλεύουμε μαζί; Αυτό το «πώς;», εφόσον αποδοθεί στον πληθυντικό και αντισταθεί σε απαξιωτικές απαντήσεις, δύναται να ανοίξει ένα πεδίο για στοχασμό και επανεξέταση με πολιτικές και κοινωνικές συνενοχές, θέτοντας ακόμα και την ανάγκη για συλλογική εργασία υπό αμφισβήτηση.

Μέσα σ΄ένα τέτοιο πλαίσιο επανεξέτασης κι επαναπροσδιορισμού της αυτονομίας της συλλογικότητας, μια πρόσφατη ελληνική καλλιτεχνική πρωτοβουλία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αξίζει την προσοχή μας. Πρόκειται για έναν νεοσύστατο σύνδεσμο, χωρίς όνομα ακόμα, ο οποίος προς το παρόν αποτελείται απο έξι έλληνες χορογράφους κι εμφανίστηκε με τη δράση Εργαστήρι Χορογραφίας 7+1 στο φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Έχοντας ως στόχο τη δημιουργία μιας «συλλογικής παράστασης», οι ομάδες Amorphy, Lemurius, Νταλίκα, Πρόσχημα και Φοra etc. πραγματοποίησαν ένα εργαστήρι μαζί και χωριστά. Δηλαδή, η κάθε ομάδα διερεύνησε και μοιράστηκε τη χορογραφική μεθοδολογία και τον τρόπο δουλειάς της σε εργαστήρια τα οποία διεξάγονταν ξεχωριστά και παράλληλα το ένα με το άλλο για επτά μέρες, καταλήγοντας σε μια απο κοινού παρουσίαση πέντε ερευνητικών έργων κατά την τελευταία μέρα του Φεστιβάλ.

Αυτή η δράση φαίνεται ν' αντιπροσωπεύει και το γενικότερο σκεπτικό του συγκεκριμένου συνδέσμου όσον αφορά στην έννοια της συλλογικότητας. Την αντιμετωπίζει δηλαδή ως μια διαδικασία εξωστρεφή και διαφανή, με αποτέλεσμα να αντιστέκεται στα καθιερωμένα μοντέλα συνεργασίας και να ανοίγει ενδιαφέρουσες προοπτικές. Αντί να θεωρεί συλλογικό το «πολλοί μαζί» ή ό,τι προκύψει απ' αυτό, θεωρεί συλλογική τη συνεργασία μεταξύ (διαφορετικών και ισότιμων) μονάδων που αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, και εξετάζει ακριβώς τις σχέσεις που προκύπτουν μεταξύ του ενός και των πολλών. Για παράδειγμα, για το 7+1 η κάθε ομάδα έπρεπε να εστιάσει στην προσωπική της μεθοδολογία, να την πλαισιώσει και να τη μοιραστεί, ώστε να εργαστεί συλλογικά. Οι μονάδες που αποτελούν το σύνολο του συνδέσμου δούλεψαν συνεπώς ανεξάρτητα, αλλά με τακτικές συναντήσεις και ανταλλαγές μεταξύ τους, έχοντας ως κοινό πυρήνα τη διεκπεραίωση της συγκεκριμένης δράσης. Η συλλογικότητα δεν θεωρήθηκε ως κάτι δεδομένο ή τυχαίο· αντιθέτως, αναγνωρίζοντας και παίρνοντας στα χέρια τους το εφικτό και ανέφικτό της, αποτέλεσε σημείο πειραματισμού για την επανατοποθέτηση του «πώς δουλεύουμε μαζί».

4_erotiseis_se_5_chorografous_gia_7_probes_sun_1_parastasi33621Όπως εξήγησαν οι εισηγητές του συνδέσμου και στην παρουσίαση που έκαναν στη διάρκεια του Φεστιβάλ, απώτερος σκοπός τους είναι να σχηματιστεί ένα είδος δικτύου που θα περικλείει μια ευρύτερη κοινότητα ανθρώπων του χορού, προερχόμενων απο διαφορετικούς τομείς. Ο τρόπος όμως με τον οποίο μπορεί κάποιος να γίνει μέλος δεν είναι ένας απ' τους συνηθισμένους, όπως για παράδειγμα δηλώνοντας ενδιαφέρον ή πληρώνοντας κάποια συνδρομή. Κι αυτό το σημείο - αν και χρειάζεται ακόμα επεξεργασία σε πρακτικά ζητήματα εφαρμογής - είναι πολύ σημαντικό ως προς τη στρατηγική του. Για να γίνει λοιπόν κάποιος μέλος του συνδέσμου χρειάζεται να προτείνει και να φέρει εις πέρας μαζί με άλλους μια δράση. Οπότε, η λειτουργία του συνδέσμου επικεντρώνεται στις δράσεις και στις σχέσεις/συνεργασίες/ανταλλαγές που θα αναπτυχθούν με βάση αυτές, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα αρχείο δράσεων διαθέσιμο και ανοιχτό προς όλα τα μέλη. Με τη λογική ενός συστήματος open-source λοιπόν, αυτό το δίκτυο θα έχει ως κεντρικό άξονα την ασύμμετρη ανταλλαγή. Οι δράσεις δεν θα είναι άκαμπτες ούτε ιδιοκτησία αυτού που τις προτείνει. Αντιθέτως, θα ανήκουν στο δίκτυο και άρα σε όλους όσοι το αποτελούν. Και μ' αυτό τον τρόπο, θα μπορεί ο καθένας να τις δανειστεί, να τις αναπτύξει, να τις τροποποιήσει και να τις υλοποιήσει ξανά μαζί με άλλους.

'Οπως ισχυρίζεται και ο Paolo Virno, ολόκληρη η σύγχρονη παραγωγή στηρίζεται στην πρακτική του να μοιραζόμαστε (sharing), έναντι του παλαιότερου καταμερισμού εργασίας. Αλλά τονίζει ότι αυτή η μοιρασιά μπορεί να δημιουργήσει προσωπικές εξαρτήσεις, το οποίο σημαίνει ότι μπορεί να προκαλέσει «έναν ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό ιεραρχιών, τόσο αβάσιμων όσο και ακμαζόντων» (2004, σελ. 41). Με άλλα λόγια, όταν η μέθοδος του πώς μοιραζόμαστε μεταξύ μας δεν είναι καθαρή, συγκεκριμένη και γεννημένη εκ των έσω, τότε σχηματίζονται εύκολα και ανεξέλεγκτα σχέσεις ιεραρχίας κι εξουσίας.

Είναι λοιπόν δυνατή τελικά η σύσταση μιας αυτόνομης και ουσιαστικής συλλογικότητας;

Η απάντηση με ένα ναί ή ένα όχι θα ήταν αφελής. Όπως φαίνεται όμως απ' την περίπτωση του παραπάνω συνδέσμου, μπορούν να υπάρξουν πρωτοβουλίες διερεύνησης του συλλογικού τρόπου δουλειάς οι οποίες δεν εστιάζουν μόνο στο αποτέλεσμα ενός πρότζεκτ ή σε μια υποβόσκουσα ανάδειξη της ατομικότητας. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, τα μέλη επενδύουν στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των μονάδων που αποτελούν το σύνολο, ως μέρος της ερευνητικής και καλλιτεχνικής διαδικασίας. Κι έτσι απομακρύνονται και αντιστέκονται συνειδητά σε υπάρχουσες συλλογικότητες που είτε δεν λειτουργούν καθαρά είτε ετεροκαθορίζονται. Επίσης, παίζοντας με τα όρια της προσωπικής ιδιοκτησίας, προσφέρουν τη δυνατότητα ανασχηματισμού στις δομές της έννοιας της συλλογικότητας και την πιθανότητα μετατόπισης σύγχρονων δύσκαμπτων τρόπων ανταλλαγής και παραγωγής.

Η Kunst γράφει πως «πρέπει να σκεφτούμε το μέλλον της συλλογικής εργασίας στο σημείο ρήξης μεταξύ της μη-δυνατότητας να αρνηθούμε τις συλλογικές διαδικασίες στις οποίες είμαστε ήδη σύνεργοι, και της δυνατότητας για μια αυθεντική ανταλλαγή, η οποία δεν έχει ακόμα συμβεί» (2010, σελ.27). Το ζητούμενο δεν είναι λοιπόν το να απαντήσουμε με σιγουριά στο εάν είναι εφικτή ή ανέφικτη η σύσταση μιας συλλογικότητας σήμερα. Ακολουθώντας την σκέψη της Kunst, το σημαντικότερο ίσως είναι να σκεφτούμε τη συλλογικότητα ως έχει και ως θα μπορούσε να έχει – δηλαδή με εργαλεία την ανθρώπινη νόηση και φαντασία, να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να ανοίξει η έννοια της συλλογικότητας στις δυνατότητές της, εφικτές ή μη.

 

Kunst, B. (2010). “Prognosis on Collaboration” in Exhausting Immaterial Labour in Performance. Joint issue of Le Journal des Laboratoires and TkH Journal for Performing Arts Theory (No. 17), pp. 23-29.

Schneider F. (2007). “Collaboration”. http://summit.kein.org/node/190

Virno, P. (2004). A Grammar of the Multitude: For An Analysis of Contemporary Forms of Life. New York: Semiotext(e)

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes