editorial

του Δημήτρη-Χρυσού Τομαρά

Το δεύτερο τεύχος μας έχει κάτι από το παραμιλητό εκείνου του αξύριστου σουλατσαδόρου[1]. Στην Αθήνα τον βρίσκεις καμιά φορά αυτόν τον σουλατσαδόρο, ενίοτε εμφανίζεται στην άκρη του βλέμματος, είναι σκυφτός και αξύριστος, συνήθως αξύριστος, λέει λόγια από μέσα του, λέει λέξεις από μέσα του και ανά στιγμές παρατηρεί, όχι για πολύ, μα παρατηρεί, ένα βαθύ, ναι, ένα μανιακό, καταστροφικό βλέμμα είναι το χαρακτηριστικό αυτού του σουλατσαδόρου, του σουλατσαδόρου των Αθηνών, καθώς ανήκει σε εκείνες τις κατηγορίες που το βλέμμα τους διαρκεί λίγο, γιατί δεν χρειάζεται περισσότερο, η ματιά τους είναι διαπεραστική, διότι γνωρίζει, το στόμα είναι κλειστό, διότι δεν υπάρχει μεγάλος λόγος να ανοίξει. Και είναι τόσο δύσκολο να ζήσει ο σουλατσαδόρος μας στο κρατίδιο αυτό. Δεν είναι τόσο πως βλέπει να περνούν μπροστά από το φαιδρό παραπέτασμα της εξουσίας άνθρωποι που δεν μπορούν να μιλήσουν τα στοιχειώδη ελληνικά, ή άλλοι που αντί να διοικούν χαζεύουν καουμπόικα και παίζουν playstation. Ούτε ότι εθισμένη στην καθαρή βλακεία και στην αθεράπευτη, κλινική άνοια μια ολόκληρη χώρα πιπιλίζει ασταμάτητα για δύο αιώνες τη λέξη «δημοκρατία» όταν οι αρχηγοί του κράτους έχουν πάντα το ίδιο όνομα, ή όταν η δολοφονία και το κοινό έγκλημα είναι πράγματα ζυμωμένα και ψημένα μέσα στο ίδιο το κράτος. Όχι, τον άνθρωπο αυτόν τον ξέρουμε και τον έχουμε για έναν άνθρωπο μόνο, κατεξοχήν μοναχικό, υπέροχα μοναχικό, ίσως γιατί μπορεί να αγαπήσει. Γιατί αν ο σουλατσαδόρος που έχω στο μυαλό όσο τώρα γράφω το δεύτερο editorial των τελευταίων μαγνητοταινιών σταματήσει να μπορεί να αγαπάει, τότε, τότε οι συνέπειες για το κρατίδιο θα είναι ανυπολόγιστες, η καταστροφή θα είναι αηδιαστική, θα είναι μια αηδιαστική καταστροφή για τον σουλατσαδόρο μας και κατ’ επέκταση για το κρατίδιο, όπου ο σουλατσαδόρος του είναι το μόνο αληθινά ζωντανό ον που υπάρχει και όπου, την ίδια στιγμή θα έλεγα, το μοναδικό κρίσιμο ζήτημα που υπάρχει είναι η καρδιά και η ψυχή και ο λόγος του σουλατσαδόρου των Αθηνών, ας πούμε των Αθηνών. Μπορεί μάλιστα ο περί ου ο λόγος άνθρωπός μας να μην είναι καν πλάνης, να μην είναι καν στους δρόμους, αλλά να μας εμφανίζεται απόμακρος και έγκλειστος και με χαμηλωμένη τη ματιά, πιθανόν γιατί αν είναι ελεύθερος, αν κατορθώσει να είναι στοιχειωδώς ελεύθερος, η περιπλάνησή του μπορεί να βρεθεί στην ακινησία του. Η αγάπη μας για αυτόν είναι ένα κρίσιμο κέντρο, όπου προσπαθώντας να αναπνεύσουμε φροντίζουμε αυτήν την αγάπη, και όπου προσπαθούμε να οργανώσουμε όσο μπορούμε και να κάνουμε προτάσεις, όσο μπορούμε, το παραμιλητό μας, στο αφιέρωμα των τελευταίων μαγνητοταινιών στην πόλη μας και στην συνύπαρξή μας μέσα στην πόλη και στα δημόσια κτήρια και στα δημόσια έργα και στον αρχιτέκτονα και στην έννοια του αρχιτέκτονα, μέσα στα στενά και ενίοτε θλιβερά και εχθρικά και βρωμερά όρια της πόλης μας και των ίδιων μας των προσώπων μέσα στην πόλη, με τρόπο ώστε να προκύπτει το αφιέρωμά μας στο νέο μουσείο της Ακρόπολης, και στην άποψη μερικών ανθρώπων για αυτό και, πιθανώς, στην άποψη των ανθρώπων αυτών για το χαμένο προ πολλού στοίχημα των Αθηνών και, ω διάβολε, των ανθρώπων των Αθηνών. Και με τον ίδιο τρόπο επεκτείνουμε την τοποθέτησή μας επάνω στον κινηματογράφο και τι σημαίνει αυτός για εμάς, για εμάς που δεν μπορούμε να επενδύσουμε ούτε δυο ουσιαστικές κουβέντες για αυτόν, ή εντέλει, για οτιδήποτε άλλο. Και, όπως ξεκινήσαμε στο πρώτο και προηγούμενό μας τεύχος, διατηρούμε το τμήμα του θεάτρου, που μετονομάζουμε σε τμήμα παραστατικών τεχνών, ώστε να περιλάβει και τον χορό, ενώ ακάθεκτοι δημοσιεύουμε την αρθρογραφία μας, και όλα αυτά, το καθένα εντός του μέτρου του, επιχειρούν να συνομιλήσουν για να πουν κάτι. Και εμείς, ναι, φυσικά ευχαριστούμε τον Νίκο Οββαδία και τον Ιάκωβο Ουρανό και τον Δημήτρη Σίμου, που ένεσαν κομμάτι των δημιουργικών τους δυνάμεων στο lasttapes και τους Τάση Παπαϊωάννου και Δημήτρη Σεβαστάκη και Μανόλη Κορρέ και Tony McKibbin και Θεοφάνη Τάση και Φοίβο Δεληβοριά καθώς και Gilles Ortlieb που μας έγραψαν και μας παρεχώρησαν κείμενά τους και όλους ανεξαιρέτως τους συγγραφείς και τους συνομιλητές του δεύτερού μας τεύχους, παλαιότερους και νεότερους. Δεν ξεχνάμε δε να αναφέρουμε πως το εξώφυλλό μας αυτό του δευτέρου τεύχους βασίζεται σε πίνακα του Γιάννη Σπυρόπουλου (1912-1990).

 

Με τιμή,

εκ της συντάξεως

Δημήτρης Χρυσός Τομαράς

ΥΓ: Λεφτά Υπάρχουν: «Δύο πράγματα με καταθλίβουν. Τα έκαμα, νομίζων πως ήθελον ωφελήσει. Εδέχθην εις την Εταιρίαν τον Γαλάτην και τον Ξάνθον. Ο πρώτος έχει κλίσην εις τας κακοπραγίας. Ποιος ημπορεί να μας ασφαλίση απ’ αυτάς; Ο δεύτερος ασωτεύει τα χρήματα της Εταιρίας. Ποιος αγνοεί ότι ο τοιούτος δύναται να είναι υποκείμενος και εις άλλα ελαττώματα; Δεν ηξεύρω αν θέλη μ’ αφήσει την ζωήν η προσβολή της λύπης. Αλλά σεις Αδελφοί! Μάρτυρες των αισθημάτων και της καρδίας μου, ομολογήσατε, αν δεν ωδήγησε τας πράξεις μου πάντοτε όχι το ίδιον, αλλά το κοινόν συμφέρον. Δεν πταίω εγώ, αν υπάρχουν εις τον κόσμον άνθρωποι τοιούτοι. Πταίω μόνον, διότι έπρεπε να ηξεύρω, ότι υπάρχουν».

(Νικόλαος Σκουφάς, στο «Δοκίμιον ιστορικόν». Περί της Φιλικής Εταιρίας, του Ιωάννη Φιλήμονος).

 



[1] Έμπνευση εδώ, εννοείται, και αφορμή για να προχωρήσουμε το κείμενο, αποτελεί ο σουλατσαδόρος στο «η βόλτα του Γιοχάνες», μια μορφή τόσο οικεία για τις τελευταίες μαγνητοταινίες.

Επιστροφή Επάνω