Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Wilfried Wang - Ηλίας Κωνσταντόπουλος: μέρος β'

του LastTapes

img003LT: Εσείς πώς ενδιαφερθήκατε για τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική αρχιτεκτονική;

Wang: Μέσω του Ηλία και μέσω της ίδιας της αρχιτεκτονικής, μια και δεν μπορείς να σπουδάσεις αρχιτεκτονική χωρίς να μελετήσεις την Ακρόπολη, ας πούμε. Οπότε ασχολείσαι με το πώς οι σύγχρονοι αρχιτέκτονες χειρίζονται την κληρονομιά του παρελθόντος. Πώς κατανόησαν και ανέγνωσαν το παρελθόν άνθρωποι σαν τον Πικιώνη, τον Κρόκο και τον Ζενέτο. Ο Ζενέτος, για παράδειγμα, αναζήτησε άλλους δρόμους χρησιμοποιώντας πολύ την τεχνολογία. Δεν είναι ο αγαπημένος μου αρχιτέκτονας, αλλά αναγνωρίζω πως πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες αρχιτέκτονες και σίγουρα είναι ένας από τους σημαντικούς και στην Ευρώπη. Δημιούργησε ένα σχολείο άκρως πρωτοποριακό, ίσως το σημαντικότερο σχολικό κτίριο εκείνης της περιόδου παγκοσμίως. Ηλία;

Κωνσταντόπουλος: Παρότι αυτές ακούγονται σαν μεγάλες κουβέντες, θα συμφωνήσω μαζί σου.

Wang: Πάντως προσφάτως ανακαινίστηκε, όχι; Δηλαδή, υπάρχει τουλάχιστον μια αναγνώριση της σπουδαιότητάς του. Πολλά κτίρια είτε παραμελήθηκαν είτε κατεδαφίστηκαν. Ο Κωνσταντινίδης, από την άλλη, είναι μια σημαντικότατη περίπτωση, διανοητικά, θα έλεγα, εξόχως σημαντικός, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη. Κι αυτός δεν είναι ο αγαπημένος μου αρχιτέκτονας. Η καρδιά μου είναι με εκείνους που προσπαθούν να εργαστούν εντός μιας παράδοσης και αγωνίζονται να τα καταφέρουν. Ο Πικιώνης είναι μια ακραία περίπτωση, ίσως υπερβολικά συναισθηματικός, αλλά η διαμόρφωση του χώρου γύρω απ’ την Ακρόπολη και τον λόφο του Φιλοπάππου είναι εξαιρετικά δημιουργήματα αρχιτεκτονικού τοπίου και, απ’ όσο ξέρω, δεν μπορείς να βρεις κάτι ανάλογο πουθενά στον κόσμο, είναι μοναδικό έργο. Μια συμβιωτική σχέση του μοντέρνου και του διακριτικού δίπλα σε ένα αρχαίο μνημείο. Ο Κρόκος είναι άλλη μία σημαντική μορφή, γιατί γεφυρώνει το κενό που δημιουργεί ο συναισθηματισμός του Πικιώνη και προσπαθεί να δημιουργήσει μια πιο αφηρημένη σχέση μεταξύ της αρχαϊκής παράδοσης των νησιών και του 20ού αιώνα.

LT: Και δεν απέρριψε τον νεοκλασικισμό, όπως έκαναν ο Πικιώνης και ο Κωνσταντινίδης.

Wang: Όχι, σίγουρα όχι.

Κωνσταντόπουλος: Έχει ενδιαφέρον ότι προηγουμένως συζητούσαμε για τους κινδύνους και τα οφέλη που έχει η πρόσκληση αρχιτεκτόνων του εξωτερικού, αντί να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις.

Μπορούμε να δούμε μια θετική όψη αυτού του θέματος, αρκεί να σκεφτούμε ότι στο εξωτερικό αναγνωρίζουν τον μοντέρνο πολιτισμό μας και την μοντέρνα μας αρχιτεκτονική. Ο Wilfried ενεπλάκη σ’ αυτό το νέο βιβλίο για τον Κρόκο, προσφάτως εκδόθηκε μια μονογραφία για τον Κωνσταντινίδη από τις εκδόσεις Mondadori Electa στην Ιταλία και, πριν απ’ αυτή, μια μονογραφία για τον Πικιώνη. Ο Πικιώνης και ο Κωνσταντινίδης αποτελούν μέρος αυτής της σειράς ανάμεσα στους μείζονες αρχιτέκτονες του μοντερνισμού. Αυτό μπορεί να μας υποψιάσει σχετικά με κάποια ποιότητα που υπάρχει εδώ και που επιζητά την προσοχή μας.

Wang: Αυτό μας φέρνει στο ζήτημα της συνέχειας και στο ερώτημα της ελληνικότητας. Γιατί ανακύπτει το θέμα αυτό, γιατί άνθρωποι σαν τον Κωνσταντινίδη και τον Πικιώνη και τον Κρόκο θέτουν το ερώτημα, γιατί προσπαθούν να το απαντήσουν, ο καθένας με τον τρόπο του; Διότι ένιωσαν την ευθύνη, το βάρος, τη μεγάλη παράδοση, καθώς και την ανάγκη να απαντήσουν στο ερώτημα «ποιο είναι σήμερα το δικό μου ιδανικό της τάξης και της αρχιτεκτονικής;».

Κωνσταντόπουλος: Κυρίως στη δεκαετία του ’30 ανέκυψε ζωηρά το ερώτημα, ακόμα και μεταξύ ανθρώπων της λογοτεχνίας και της ζωγραφικής. Ήταν μια περίοδος όπου η ανάγκη για αναζήτηση ταυτότητας ήταν μεγάλη.

LT: Μεγάλο ζήτημα στην Ελλάδα αυτό.

Wang: Μα είναι μεγάλο ζήτημα και στη Γερμανία. Ποιος είναι ο κανών του πολιτισμού στη Γερμανία; Η "Leitkultur"; Υπάρχει μεγάλη συζήτηση μεταξύ δεξιών πολιτικών και μεταξύ καλλιτεχνών. Και είναι αδύνατον να αποφασίσουν: Κάποιοι επιλέγουν τον Γκαίτε, τον Σίλλερ και τον Μπετόβεν και κάποιοι άλλοι επιμένουν στους μεταγενέστερους: τον Στράους, τον Νίτσε, τον Βάγκνερ.

LT: Ένα ζήτημα στην Ελλάδα είναι, από τη μια μεριά πως δεν αισθανόμαστε βαθειά συνδεδεμένοι με την παράδοσή μας, και από την άλλη ότι δεν κατορθώσαμε να συνεισφέρουμε στη σύγχρονη τεχνολογία. Αυτό έχει να κάνει με την ιστορία μας. Δεν μπορούμε να βρούμε μια θέση μέσα στη σύγχρονη τεχνολογική εποχή, είμαστε εγκλωβισμένοι μεταξύ μιας παράδοσης που δεν κατανοούμε και της νέας εποχής.

img000


Wang:
Δεν χρειάζεται να παράγεις τεχνολογία, μπορείς να χρησιμοποιήσεις την ήδη υπάρχουσα. Οι άνθρωποι που επισκέπτονται την Ελλάδα, για ποιο λόγο να θέλουν να δουν άλλο ένα hi-tech μουσείο, όταν μπορούν να το δουν στο Παρίσι ή στο Λονδίνο; Μήπως θα ήταν προτιμότερο να δημιουργήσετε ένα περιβάλλον όπου θα σκέφτονται «τώρα βρίσκομαι στην Ελλάδα»; Άρα, στην αρχιτεκτονική έχετε όλους αυτούς τους σπουδαίους, τον Πικιώνη, τον Κωνσταντινίδη, τον Κρόκο κλπ, οι οποίοι ήρθαν αντιμέτωποι μ’ αυτά τα θέματα και πρότειναν συγκεκριμένες λύσεις. Κάποιοι τις απέρριψαν, όπως ο Μπίρης, ο οποίος ενδιαφέρθηκε μάλλον για μια στρουκτουραλιστική αρχιτεκτονική. Θα ήταν πολύ εύκολο και πολύ ανόητο να πει κανείς: Δε μ’ αρέσει αυτό το στυλ, ας δοκιμάσουμε κάποιο καινούργιο. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο δεν προσπαθείς να κατανοήσεις τι είναι αυτό που γεννά μια λεπτομέρεια όπως ας πούμε ένα σύστημα απορροής στη στέγη που απολήγει σε γείσο. Δεν θα καταλάβεις το κατασκευαστικό υλικό, τη λειτουργικότητά του, τις αναλογίες του, τον τρόπο που δημιουργεί μιαν άκρη, κλπ. Όλες οι ολιστικές προσεγγίσεις έχουν να κάνουν με μία και μοναδική λεπτομέρεια. Η παράδοση ενός νησιού, για παράδειγμα, συνδέεται μ’ αυτές τις λεπτομέρειες. Ο Κρόκος πήγε σ’ αυτά τα νησιά-

Λέτη Κρόκου: Γεννήθηκε στη Σάμο-

Wang: -γεννήθηκε σ’ αυτά τα νησιά και μελέτησε τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει το ένα και το άλλο, γιατί χρησιμοποιείται αυτός ο σοβάς εδώ και όχι αλλού, πώς ανακατεύονται τα συγκεκριμένα ορυκτά κλπ. Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στις σχολές αρχιτεκτονικής και, κατά συνέπεια, στους αρχιτέκτονες. Ανοίγουμε ένα περιοδικό και μας αρέσει ένα σχέδιο, το αντιγράφουμε και λέμε: να ένα αβάν-γκαρντ σχέδιο. Δεν καταλαβαίνουμε τίποτε πίσω απ’ αυτό, τίποτε δεν έχει σημασία για μας. Αυτή η τάση αντιγραφής και επικόλλησης διαφέρει τερατωδώς από τον κόσμο των ανθρώπων που μεγάλωσαν σ’ έναν τόπο ή σπούδασαν κάτι σε βάθος.

Κωνσταντόπουλος: Κανείς δεν βουτάει στα βαθειά, Wilfried, όλοι τώρα ισχυρίζονται ότι μας παρασύρει η ταχύτητα. Όλα γίνονται τόσο γρήγορα, η πληροφορία τρέχει με τέτοιες ταχύτητες, που κανείς δεν καταφέρνει να την αφομοιώσει.

Wang: Ναι, Google, Wikipedia.

LT: Ένα άλλο παράδειγμα, αυτό των Ολυμπιακών της Βαρκελώνης. Πώς εργάστηκαν οι Ισπανοί, πώς δούλεψε ο αρχιτεκτονικός και πολιτικός σχεδιασμός τους, τόσο πριν όσο και μετά τους Ολυμπιακούς. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, ότι οι Ισπανοί αρχιτέκτονες έχουν μεγάλο ρόλο στην ίδια την κατασκευή, όχι μόνο στον σχεδιασμό, ενώ στην Ελλάδα δεν είναι έτσι. Θα μπορούσαμε εδώ να εντοπίσουμε μια θετική πολιτική επιρροή;

Wang: Η Βαρκελώνη είναι εξαιρετική περίπτωση, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα όσο φαίνονται. Οι αρχιτέκτονες εκεί έχουν μεγάλη πολιτική επιρροή. Έτσι, κάθε κτίριο που κατασκευάζεται θα πρέπει να σχεδιάζεται από αρχιτέκτονα ή, έστω, στα χαρτιά να υπάρχει η υπογραφή ενός τουλάχιστον αρχιτέκτονα. Αν αυτό συνέβαινε στην Ελλάδα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Αυτό είναι το ένα.

Κωνσταντόπουλος: Υπάρχει και το όραμα, ένας τουλάχιστον άνθρωπος με όραμα. Εκείνο που κατάφεραν στη Βαρκελώνη ήταν να ενδιαφερθούν για τις ποικίλες όψεις της πόλης. Ακόμα και για τις γωνιές ανάμεσα σε στενά, όπου υπήρχε έστω λίγος χώρος, δημιούργησαν ένα μικρό πάρκο.

Wang: Ναι, γιατί πριν τους Ολυμπιακούς εφαρμόστηκε μια πολύ καθαρή σοσιαλδημοκρατική πολιτική για τη βελτίωση των δημόσιων χώρων. Είναι κι αυτή η απίστευτη αυτοπεποίθηση της Βαρκελώνης. Και φυσικά χρησιμοποίησαν πολλούς αρχιτέκτονες από τη Βαρκελώνη!

Κωνσταντόπουλος: Να μην ξεχνάμε ότι η σύγχρονη ιστορία τους γράφεται μετά τη δικτατορία, περίπου σαν τους Έλληνες με τη Χούντα.

Wang: Αυτό που έκαναν είναι να παρουσιάσουν στους επισκέπτες τους μια πόλη που εκμεταλλεύτηκε τους δημόσιους χώρους της (είτε μικροί είτε μεγαλύτεροι), ομορφαίνοντάς τους, φροντίζοντάς τους. Έτσι δόθηκε μια τεράστια τουριστική ώθηση.

Μ’ αυτό τον τρόπο, οι πολιτικοί κέρδισαν το σεβασμό και εξασφάλισαν την υποστήριξη της κοινής γνώμης, πράγμα δύσκολο για την περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων όπου η αντιπαραθέσεις είναι πολλές. Και η Ολυμπιακή επιτροπή πάντοτε λαμβάνει υπόψη της το κοινό αίσθημα. Αυτό είναι το δεύτερο. Το τρίτο εύσημο που θα πρέπει να δώσουμε στη Βαρκελώνη αφορά την επιμονή τους να συνεχίσουν σ’ αυτό το μονοπάτι. Αποφάσισαν ευφυέστατα να ενσωματώσουν τα κτίρια για τους συμμετέχοντες στην Ολυμπιάδα στην όλη αστική δομή, ώστε να χρησιμοποιηθούν και μετά τους Ολυμπιακούς. Παρόλα αυτά, η ιδέα ότι η Βαρκελώνη θα συνέχιζε να χαίρει συνεχούς φήμης και τουριστικής ανάπτυξης δεν υλοποιήθηκε. Όπως μου έλεγε ο τότε υπεύθυνος των δημοσίων χώρων, υπάρχει ένα όριο στην ανάπτυξη, είναι αδύνατον να πετύχεις μια συνεχή άνοδο του τουρισμού, δεν δουλεύει έτσι το πράγμα. Ας πάρουμε για παράδειγμα το Βερολίνο και θα το συνδέσουμε με την ελληνική κρίση. Μετά την ένωση στο Βερολίνο ζούσαν 3,4 εκατομμύρια άνθρωποι. Πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο αριθμός ήταν 4,6 εκατομμύρια. Ο αριθμός των κτιρίων δεν αυξήθηκε πολύ από το ’45 μέχρι σήμερα. Συνεπώς, μιλάμε για ένα τεράστιο περίσσευμα χώρου, με αποτέλεσμα τα ενοίκια να μένουν χαμηλά. Εξ αιτίας της ιστορίας του (Ανατολικό και Δυτικό), έχουμε τρεις Όπερες, δύο δημόσιες βιβλιοθήκες, τρία Πανεπιστήμια κλπ. Για τους καλλιτέχνες, λοιπόν, του εξωτερικού, το Βερολίνο έγινε μια Μέκκα. Για πρώτη φορά στη ζωή τους κατάφερναν να νοικιάσουν ένα στούντιο αλλά και ένα ξεχωριστό διαμέρισμα για να μη μυρίζουν τη μπογιά στο χώρο που κοιμούνται. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί στην Αθήνα τα επόμενα 5 με 10 χρόνια. Με τέτοιες κοινωνικές και χωροταξικές αλλαγές που συμβαίνουν στο κέντρο της πόλης, πολλοί εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, αφήνοντας αυτούς τους χώρους ανεκμετάλλευτους. Πρόβλημα από τη μια, ευκαιρία από την άλλη. Εδώ χρειάζονται οι έξυπνες επιλογές: Πώς θα εκμεταλλευτείς αυτούς τους χώρους, τι κανόνες και τι ελέγχους πρέπει να εφαρμόσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι μοναδική ευκαιρία. Υπάρχουν πολλά που θα πρέπει να γίνουν, αλλά αυτά δεν είναι του παρόντος.

Ξέρετε, η Αθήνα μοιάζει με την Πόλη του Μεξικού.

Κωνσταντόπουλος: Σε πολύ μικρότερη κλίμακα.

Wang: Ναι, αλλά η δομή είναι παρόμοια. Λόφοι περιμετρικά, διώροφα και τριώροφα κτίρια, μέχρι να φτάσεις στο κέντρο όπου υπάρχουν τα ψηλότερα.

LT: Είπατε προηγουμένως ότι υπάρχει κάτι που μπορούμε ν’ αποκαλέσουμε ελληνική αρχιτεκτονική, όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας. Δεν είμαι σίγουρος ότι συμφωνώ, αλλά…

Wang: Ένα ελληνικό ιδίωμα, θα έλεγα. Και κάποιοι Έλληνες αρχιτέκτονες που, αν δεις το έργο τους σαν σύνολο, δείχνουν προς μια ορισμένη κατεύθυνση.

LT: Ακριβώς γι’ αυτό θέλω να σας ρωτήσω: Ποια είναι η σχέση αυτής της πόλης που περπατάμε και νιώθουμε ζώντας μέσα της, και του έργου των μεγάλων Ελλήνων αρχιτεκτόνων;

arisΚωνσταντόπουλος: Η απάντησή μου είναι η εξής: Όταν πριν χρόνια παρουσιάζαμε με τον Winfried μια έκθεση, επισκεφτήκαμε την Τουρκία, την Άγκυρα. Έδωσα μια ομιλία σχετικά με τους μοντέρνους Έλληνες αρχιτέκτονες. Στο τέλος της ομιλίας, ένας Τούρκος καθηγητής με πλησίασε και μου είπε «η ομιλία σας ήταν άκρως ενδιαφέρουσα, όμως όταν επισκέπτομαι την Ελλάδα δεν βρίσκω κάποια σχέση μεταξύ της αρχιτεκτονικής για την οποία μας μιλήσατε και αυτού που βλέπω γύρω μου». Ο Kenneth Frampton, άλλος ένας καθηγητής που έχει γράψει για την ελληνική αρχιτεκτονική, κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση στην εισαγωγή για την ελληνική έκδοση του βιβλίου του «Μοντέρνα Αρχιτεκτονική». Λέει λοιπόν, ξέρω πως βρίσκετε την Αθήνα άσχημη κλπ, αλλά εγώ που είμαι ξένος βρίσκω ένα πρότυπο δόμησης, ας πούμε μια τυπική επαναληπτικότητα, και αυτό είναι η αθηναϊκή πολυκατοικία. Είναι ξεχωριστή, με τα μπαλκόνια της κλπ, γιατί κάτι ανάλογο δεν βρίσκεις σε άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις. Οι παραλλαγές στη μορφή γεννιούνται από τις επαναλήψεις εντός της τυπικής πολυκατοικίας. Είναι μια κοινή βάση του κτιριακού αντικειμένου, του τρόπου ζωής. Αν θέλουμε να γίνουμε επικριτικοί, θα πούμε ότι η λογική της αντιπαροχής έβλαψε το περιβάλλον κλπ. Αν ρωτάτε πώς συνδέονται οι σημαντικοί μας αρχιτέκτονες μ’ αυτή την κατάσταση, θα σας απαντούσα ότι μπορείτε να δείτε γύρω σας τις προτάσεις τους, οι οποίες όμως δεν εφαρμόστηκαν από την πολιτεία. Μπορείτε να δείτε τι έκανε ο Βαλσαμάκης στις αρχές του ’50, ο οποίος επηρέασε και πολλούς άλλους. Κι αν κοιτάξτε το έργο τους, άλλοτε επιτυχημένο, άλλοτε όχι τόσο, θα δείτε ότι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα όχι με όρους οικονομικούς, αλλά με τη θέληση να δομήσουν έναν ολοκληρωμένο ανθρώπινο περιβάλλον. Άρα, κάποιοι αρχιτέκτονες, όχι η ελίτ, πάντως κάποιοι, και μάλιστα σημαντικοί, προσπαθούν να μιλήσουν για την κατάσταση μες στην οποία ζούμε και να προτείνουν λύσεις.

Wang: Νομίζω ότι σε κάθε μοντέρνα κοινωνία υπάρχει ένας διχασμός ανάμεσα σε ό,τι αποκαλείται υψηλής ποιότητας αβάν-γκαρντ και το ιδίωμα που λέγαμε πριν. Μπορείς να το διαπιστώσεις και σε ένα εστιατόριο με αβάν-γκαρντ σεφ. Ένα τζατζίκι, ένα τυπικά ελληνικό προϊόν, φτιαγμένο με τρόπο που να μη μοιάζει με τζατζίκι και να μην έχει την υφή του τζατζικιού, αλλά να έχει τη γεύση του, το ιδίωμα δηλαδή. Και αναζητάς τη σχέση μεταξύ αυτού που έχεις μπροστά σου και της ελληνικής παράδοσης. Είναι ένα πρόβλημα των δυτικών κοινωνιών. Υπάρχουν άνθρωποι, είτε αρχιτέκτονες είτε μάγειρες, οι οποίοι νιώθουν την ανάγκη να δραπετεύσουν από τα όρια της καθημερινότητας. Η διαφορά μεταξύ ιδιώματος και αρχιτεκτονικής είναι ότι το ιδίωμα είναι μια υποσυνείδητη επανάληψη παραδοσιακών στοιχείων, δοκιμασμένη και συνήθως πετυχημένη. Δεν αντανακλά όμως κάτι, δεν αποτελεί όριο. Ενώ οι αρχιτέκτονες προβάλλουν συλλογιστικές, έχουν ιδέες που αντανακλώνται γύρω μας. Αυτή η διαδικασία είναι απολύτως συνειδητή. Οι αρχιτέκτονες που συνειδητοποιούν τι είναι η παράδοση, γίνονται πολύ ενδοσκοπικοί, ψυχαναλυτικοί κλπ, και ύστερα αναρωτιούνται εάν, επαναλαμβάνοντας το ιδίωμα, θα φανούν ανόητοι. Η απάντηση είναι πως ναι, για τους περισσότερους κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο, μια και αρνείται τον επαγγελματικό τους ρόλο. Σπούδασαν τόσα χρόνια και τώρα επαναλαμβάνουν το ιδίωμα; Αυτό εμποδίζει τους επαγγελματίες να κατασκευάσουν ένα ιδιωματικό κτίριο. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο.

LT: Δεν πιστεύετε ότι σε πόλεις σαν το Βερολίνο ή το Παρίσι, οι θεωρητικές συζητήσεις αντανακλώνται περισσότερο στην πόλη απ’ όσο στην Ελλάδα;

Wang: Όχι, στο Βερολίνο υπάρχει η ίδια συζήτηση, τι είναι η βερολινέζικη αρχιτεκτονική, πώς θα βελτιώσουμε τις πολυκατοικίες του τέλους του 19ου αιώνα κλπ. Ε λοιπόν δεν μπορείτε, γιατί σας περιορίζει η μεγάλη απόσταση του πατώματος από το ταβάνι.

LT: Πάντως κάποια στοιχεία της θεωρητικής συζήτησης σίγουρα προβάλλονται σε κάποια σημεία αυτών των πόλεων.

Wang: Σε μερικές περιπτώσεις, λίγες, αυτό συμβαίνει και εδώ. Όπως στα Σόδομα και τα Γόμορρα, θα υπάρξουν κάποιοι άνθρωποι με ταλέντο που θα σώσουν την πόλη απ’ τον Θεό.  

                                                                                                               

                                                                                                         απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Αστερής






picWilfried Wang is the O'Neil Ford Centennial Professor in Architecture at the University of Texas at Austin. With Barbara Hoidn, he is founder of HOIDN WANG PARTNER, Berlin.

He is a registered architect in Berlin. Born in Hamburg, Wang studied architecture at the Bartlett School, University College London. From 1989 to 1995 he was in partnership with John Southall. Together with Nadir Tharani, he was founding co-editor of 9H Magazine (1979-1995), with Richard Burdett, he was co-director of the 9H Gallery (1985-1990), and director of the German Architecture Museum (1995-2000).

He taught at the Polytechnic of North London, University College London, the ETH Zurich, the Staedelschule, the Harvard University Graduate School of Design and at the University of Navarra. Wang is the author of various essays and monographs on the architecture of the 20th-century.

With Michael Benedikt, Kevin Alter and Barbara Hoidn, he is on the editorial board of the O'Neil Ford Monograph and Duograph Series, jointly published by UTSOAand Wasmuth.

He has served on competition and award juries and is chairman of the board of the Schelling Architecture Foundation.

He is a member of CICA, an honorary member of the Federation of German Architects (BDA), a foreign member of the Royal Academy of Fine Arts in Stockholm and a member of the Academy of the Arts, Berlin.

Αρχιτέκτων, B.Sc. Dip. Αrch. M.Sc. Bartlett School, University College, Λονδίνο (1975-1981).
Διδάσκων, ΑΚΤΟ, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Κολλέγιο Αθηνών. Μέλος Δ.Σ. Ελληνικό Ινστιτούτο
Αρχιτεκτονικής, Ελληνική Εταιρεία Αισθητικής. Μέλος, Do.Co.Mo.Mo., Ελληνική Γραμματεία Βιομηχανικού Σχεδιασμού, International Creators’ Organization. Επίτροπος, Ελληνική Συμμετοχή, 10η Biennale Αρχιτεκτονικής Βενετίας (2006). Διευθυντής Προγράμματος Europe-Japan, Τόκιο (2006). Έρευνες, «Η κατοικία στην Αθήνα τη δεκαετία του ‘30» -ΓΓΕΤ, «Πρόγραμμα διδασκαλίας Γραμμικού Σχεδίου» -Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Επιμελητής βιβλίων Νίκος Valsamakis, Σύγχρονος Βιομηχανικός Σχεδιασμός στην Ελλάδα, Ιστορία των Διακοσμητικών Τεχνών, συνεπιμελητής Architecture of the 20th c.: Greece. Εκδότης περιοδικών 9Η και Ντιζαϊν, σύμβουλος έκδοσης, Αρχιτεκτονικά Θέματα, Θέματα Χώρου + Τεχνών. Συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια, περισσότερες από 100 δημοσιεύσεις. Συνιδρυτής Sigma Design (1990-1995), Α’ Βραβείο Βιομηχανικού Σχεδιασμού ΕΟΜΜΕΧ. Διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο μελετών στην Αθήνα.

Elias_Constantopoulos_2011_1

O Ηλίας Κωνσταντόπουλος (Αθήνα, 1955) είναι αρχιτέκτονας (Bartlett, UC
L). Από το 1986 διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο στην Αθήνα και υπήρξε συνιδρυτής της Sigma Design (1990-95, πρώτο βραβείο Βιομηχανικού Σχεδιασμού).

Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, όπου διδάσκει αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων. Επίσης διδάσκει στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ.

Ήταν επίτροπος της Ελλάδας στη 10η Biennale Αρχιτεκτονικής (Το Αιγαίο - Μία Διάσπαρτη Πόλη, Βενετία 2006), επιμελητής της 6 ης Biennale Νέων Ελλήνων Αρχιτεκτόνων’ (Αθήνα 2010), της έκθεσης EU-Japan (On: the Modern and the Contemporary in European and Japanese Culture, Τόκιο 2006), και συνδιοργανωτής της ‘Αρχιτεκτονικής του 20ου αιώνα: Ελλάδα’ (DAM, Frankfurt 1999) και του συνεδρίου ‘Ο Ρόλος της Φιλοσοφίας στην Αρχιτεκτονική Εκπαίδευση’ (Πανεπιστήμιο Πατρών 2009).

Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 100 άρθρα για την σύγχρονη αρχιτεκτονική και το design, και έχει επιμεληθεί τα βιβλία «Nicoς Valsamakis 1950-83», «Σύγχρονος Βιομηχανικός Σχεδιασμός στην Ελλάδα», «Ιστορία των Διακοσμητικών Τεχνών», «Fassianos building by Kyriakos Krokos».

Υπήρξε συν-εκδότης των περιοδικών ‘9Η' και ‘Ντιζαϊν’, και είναι σύμβουλος έκδοσης στα ‘Αρχιτεκτονικά Θέματα’ και στα ‘Θέματα Χώρου + Τεχνών’, για τα οποία έχει επιμεληθεί εννέα αφιερώματα για τους αρχιτέκτονες Ν. Βαλσαμάκη, Δ. και Σ. Αντωνακάκη, για την Σύγχρονη Αρχιτεκτονική στη Βιέννη, την Αρχιτεκτονική και Γλυπτική, την Αρχιτεκτονική των Καταστημάτων (Ι-ΙΙΙ) και τις Παράλληλες Αρχιτεκτονικές (Ι-ΙΙ).

Είναι μέλος των Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής και της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής και μέλος του Do.Co.Mo.Mo.

 



 

 

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes