Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Φολέγανδρος

του Τάση Παπαϊωάννου
Folegandros-2
Οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν πλάγια πάνω στο βράχο. Είναι απόγευμα Αυγούστου. Ψηλά στην κορυφή ο βράχος είναι γκρίζος,  με μικρά πράσινα στίγματα τους θάμνους, ενώ στις κατακόρυφες πλευρές του κυριαρχεί η ώχρα που φτάνει κατά τόπους σε ανοικτές αποχρώσεις του κόκκινου, σαν αυτό του οξειδίου του σιδήρου. Οι όμορφες σκιές αναδεικνύουν την υφή του βράχου, τις εσοχές, τις αναδιπλώσεις, τις ρωγμές, αλλά και τα κομμάτια που έχουν αποκολληθεί από το κυρίως σώμα και στέκουν όρθια, μόνα τους. Κι εκεί ακριβώς στη σχισμή, ανάμεσά τους, η σκιά γίνεται πολύ σκούρα, σχεδόν μαύρη, τονίζοντας περισσότερο τη βίαιη αποκόλληση. Το φως της δύσης κάνει το βράχο να φαίνεται ακόμη πιο κόκκινος και τις κίτρινες επιφάνειες ακόμη πιο θερμές και φωτεινές. Κάτω χαμηλά, στη θάλασσα, μικρά κομμάτια βράχων βρίσκονται διάσπαρτα μέσα στο νερό, εκεί που τυχαία στάθηκαν, πέφτοντας και κατρακυλώντας από ψηλά. Πριν πόσα χρόνια άραγε;

Το ακανόνιστο σχήμα προβάλλεται έντονα πάνω στο σκούρο μπλε της θάλασσας και η κορυφογραμμή του βράχου ανεβοκατεβαίνει, διαγράφοντας μια περίεργη τεθλασμένη γραμμή. Μια αντίθεση χρώματος και σχήματος απέναντι στην ευθεία ανοιχτογάλανη γραμμή του ορίζοντα. Δεξιότερα δύο ξέρες στέκουν όρθιες, σαν φύλακες μπροστά στην είσοδο του λιμανιού. Ο γκρίζος βράχος της ξέρας φαίνεται να ασπρίζει στην κορυφή, ενώ χαμηλά στην επαφή με το νερό μαυρίζει έντονα, για να έρθει ακριβώς από κάτω πάλι μια άσπρη γραμμή, τα κύματα που γλείφουν την ξέρα και την κάνουν να ξεχωρίζει από το μπλε του νερού. Στο βάθος ο ξερός όγκος της Σίκινου κι ακόμη μακρύτερα αχνοφαίνεται η Ίος.

Ξαναγυρνάω το βλέμμα μου και πάλι στον έγχρωμο βράχο. Οι σκιές αναδεικνύουν κάθε πτυχή του, κάθε βαθούλωμα, θαρρείς και φανερώνουν όλα τα κρυφά και μύχια σημεία του. Τα μυστικά του. Στην άκρη ένας μικρός φάρος στέκεται όρθιος, υποδηλώνοντας αντιστικτικά ως προς την ακανόνιστη κορυφογραμμή του βράχου, την κατακόρυφο. Προεκτείνω νοερά την ευθεία προς τα πάνω μέχρι να συναντήσει και να τμήσει κάθετα την ευθεία γραμμή του ορίζοντα. Στην άκρη ασπρίζουν τα κύματα καθώς σκανε πάνω στα βράχια. Ακριβώς στη ρίζα του βράχου η θάλασσα είναι ήρεμη, σαν λάδι, αποκτώντας ένα πρασινωπό χρώμα πάνω στο οποίο καθρεπτίζονται οι κόκκινες και οι ωχρές ανταύγειες των βράχων. Δεν ακούγεται τίποτε, παρά μόνο ο διαρκής, ρυθμικός ήχος των κυμάτων και οι ριπές του ανέμου καθώς περνάνε ανάμεσα από τους μικρούς θάμνους και τα φυλλώματα των δέντρων που γέρνουν προς το νοτιά, παρασυρμένα από τη συνεχή και ανελέητη δύναμη των βοριάδων, όταν λυσσομανάει ο τόπος.

Ακριβώς απέναντι και αριστερά καθώς μπαίνεις στο λιμάνι, η πλαγιά ανηφορίζει με πιο ήπια κλίση προς την κορυφή. Εδώ τα βράχια είναι γκρίζα, σταχτιά. Πουθενά δε βλέπεις ούτε ένα δέντρο. Μόνο βράχια που πάνω τους βρίσκονται γαντζωμένοι αμέτρητοι υπέροχοι θάμνοι. Από μακριά μοιάζουν με σκαντζόχοιρους που μαζεύτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Αποχρώσεις του καφέ και του γκρι, λίγες ώχρες κι ακόμη λιγότερα κίτρινα. Κι αν κοιτάξεις καλύτερα, θα διακρίνεις οριζόντιες παράλληλες γραμμές να διατρέχουν την πλαγιά, γκρίζες κι αυτές, όπως τα βράχια. Ξερολιθιές που ανεβοκατεβαίνουν ακολουθώντας πιστά τις εξάρσεις του εδάφους, σαν ρυτίδες πάνω σε ηλιοκαμένο πρόσωπο. Δεν είναι πολλές σε αυτό το σημείο του νησιού. Αντίθετα από τη Χώρα μέχρι την Πάνω Μεριά, όλες οι πλαγιές είναι γεμάτες με πεζούλες, από τη θάλασσα μέχρι ψηλά την κορυφή που δημιουργούν τα «λουριά» τις μακρόστενες, δηλαδή, λωρίδες καλλιεργήσιμου εδάφους.

Κάθε σημείο του νησιού, όσο μικρό κι αν ήταν, παλιότερα καλλιεργείτο, έτσι που δεν υπήρχε σπιθαμή γης ανεκμετάλλευτη. Σήμερα όλα στέκουν εγκαταλειμμένα, μακριά από την ανθρώπινη φροντίδα. Κάθε χρόνο καταρρέουν ολοένα και περισσότερα τμήματα από τις «βουλίστριες», όπως λένε τις ξερολιθιές εδώ, λες και η φύση θέλει να επαναφέρει τις πλαγιές στη φυσική τους κατάσταση, αφού δεν υπάρχει κανείς πλέον να τις επισκευάσει. Έτσι, καταστρέφεται το υπέροχο και τιτάνιο έργο πολλών γενεών ανθρώπων που μόχθησαν να μετατρέψουν το άγονο νησί του Αιγαίου σε καλλιεργήσιμη γη. Ελάχιστες εκτάσεις είναι αυτές που τις βλέπεις καθαρισμένες, φροντισμένες. Οι περισσότερες έχουν γεμίσει αγριόχορτα και αγκάθια. Τα ανθρώπινα χέρια δεν ασχολούνται πια με το ξεχόρτιασμα, το όργωμα, τη σπορά, το θερισμό. Όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν του νησιού, που μετατρέπεται κι αυτό σιγά-σιγά, όπως και τόσα άλλα, σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο που εξυπηρετεί τους εποχιακούς επισκέπτες και τους τουρίστες. Το άγονο νησί, ο άλλοτε τόπος εξορίας των «πολιτικά αντιφρονούντων», απέκτησε άλλη χρήση από αυτήν που είχε πάντα. Τα άγρια και αφιλόξενα τοπία των βράχων, οι προαιώνιες ξερολιθιές, τα παλιά σπίτια και το κάστρο, τα ξωκλήσια, τα βλέπουμε σήμερα ως φολκλόρ, ως εικόνα προς κατανάλωση. Το αισθητικό φόντο των ολιγοήμερων διακοπών μας.

Βλέπω το μικρό λιμάνι. Μακριά, στο βάθος, φαίνεται να πλησιάζει, παλεύοντας με τα κύματα η υδροφόρα, η οποία κάθε δυο μέρες τροφοδοτεί το νησί με νερό, που χρειάζεται πλέον, ολοένα και περισσότερο στο νησί. Όχι για να πιει ή να ποτίσει τα φυτά κανείς, αλλά για να γεμίσει τις πισίνες που ξεφύτρωσαν μαζί με τα ξενοδοχεία τα οποία κτίζονται το ένα μετά το άλλο, στις εκτάσεις που πριν λίγα χρόνια καλλιεργούντο. Τόσα δωμάτια απέκτησε πια το νησί, τόσα μπάνια. Αυξήθηκαν οι ανάγκες. Και η υδροφόρα υπομονετικά μεταφέρει το νερό από την Αθήνα με το καθημερινό της δρομολόγιο. Έρχεται μισοβυθισμένη στη θάλασσα, γεμάτη νερό και φεύγει άδεια, για να επιστρέψει ξανά και ξανά.

Γαλάζιες πισίνες κάθε σχήματος, έχουν κάνει την εμφάνισή τους κι εδώ, κυριολεκτικά στο κέντρο του Αιγαίου, δίπλα σε καταγάλανα νερά, σε πεντακάθαρη θάλασσα. Ο πλήρης παραλογισμός. Πισίνες με χλώριο και χημικά για να μένει καθαρό το νερό που δεν υπάρχει φυσικά -τόσο πολύ- στο άγονο νησί και το μεταφέρουμε από την άλλη άκρη. Αναρωτιέμαι γιατί τότε ερχόμαστε σε τούτο το νησί, σε τούτες τις θάλασσες, αν είναι να χωθούμε στα νερά της πισίνας, καθισμένοι στις σεζ λογκ και τις ομπρέλες; Μακριά από αυτό που υποτίθεται ότι ερχόμαστε να γνωρίσουμε και να χαρούμε;

 

Folegandros1_1

Τα υπέροχα βράχια, οι θάμνοι με τις μεθυστικές μυρουδιές, η όμορφη φύση δεν μας κάνουν τελικά καμία εντύπωση. Είναι αυτό που βλέπουμε από μακριά. Ένα ουδέτερο φόντο, μια εικόνα, κάτι σαν καρτ-ποστάλ. Κι ας υπάρχουν αρχέγονα μονοπάτια που σε περνάνε ανάμεσα από πανέμορφα τοπία, δίπλα από σκίνα και θυμάρια και ρίγανες και φασκόμηλα, που μοσχοβολάνε και σε οδηγούν σε μικρές παραλίες με αλμυρίκια και καλαμιές και πεντακάθαρα νερά! Κι ας σε προσκαλεί η θάλασσα να κολυμπήσεις δίπλα σε υποβλητικά βράχια, σε σπηλιές, σε μικρές αμμουδιές και σε κροκάλες με απίστευτα χρώματα, που γυαλίζουν εντυπωσιακά καθώς πέφτει πάνω τους το κύμα. Εμείς προτιμάμε τις πισίνες με το χλώριο και προπάντων την άνεση που μας κάνει να μη βλέπουμε, να μην ακούμε, να μη μυρίζουμε, να μην αισθανόμαστε. Τουρίστες και εμείς, υποταγμένοι στις επιταγές ενός καταστροφικού, μαζικού και αδηφάγου τουρισμού.

Μικρό το νησί, άγονο και άνυδρο. Σκληρός και κακοτράχαλος ο τόπος. Ένας μακρόστενος βράχος πεταμένος στο κέντρο του Αιγαίου, στέκει στο νότιο όριο των Κυκλάδων, σε νοητή ευθεία μαζί με τη Σαντορίνη και τη Μήλο. Από το λιμάνι, ένας δρόμος σε ανεβάζει στη Χώρα, στριφογυρνώντας ανάμεσα από ψηλά βράχια, δίπλα στην κοίτη ενός ξερού χειμάρρου. Η Χώρα βρίσκεται ψηλά, σε ένα μικρό οροπέδιο, τη μόνη οριζόντια έκταση με χωράφια στο νησί, που τα διαχωρίζουν όμορφες «βουλίστριες». Ανάμεσά τους, δυο-τρεις σε σχήμα μικρού κύκλου, γύρω στα δυο μέτρα ύψος, περικλείουν τα λιγοστά πράσινα δέντρα που βλέπεις να ξεχωρίζουν ανάμεσα στα χρυσοκίτρινα χόρτα και τους θάμνους. Είναι τα “δενδρόσπιτα” όπως αποκαλούν στο νησί τις όμορφες αυτές ξερολιθιές που προστατεύουν τα δένδρα που δεν μπορούν να αντέξουν στη δύναμη των ανέμων. Λεμονιές, πορτοκαλιές, μηλιές, κυδωνιές. Τα συναντάς σε κάθε σημείο του νησιού. Μόνο ένα μικρό χαμηλό πορτάκι από την πλευρά του νοτιά, σου επιτρέπει να εισέλθεις μέσα στο δενδρόσπιτο, απ’ όπου γίνεται και η πρόσβαση για την περιποίηση και καλλιέργεια των οπωροφόρων δένδρων.

Ο οικισμός βρίσκεται κρεμασμένος κυριολεκτικά πάνω στο φρύδι του βράχου. Το παλιό κάστρο διαμορφώνει την εξωτερική πλευρά του που βλέπει κανείς ψηλά, καθώς πλησιάζει με το βαπόρι από τη θάλασσα. Τα σπίτια του σε σειρές επάλληλες, το ένα δίπλα στο άλλο, κολλητά, μακρινάρια, από τη μια αγναντεύουν το πέλαγος και από την άλλη μια πόρτα και ένα παράθυρο το πολύ, βλέπουν στο εσωτερικό σοκάκι. Η άμυνα απέναντι σε πειρατές και κουρσάρους κατά κύριο λόγο, αλλά και η προστασία από τους δυνατούς ανέμους που σφυροκοπάνε όλο το χρόνο το νησί, ανάγκασαν τους ανθρώπους να κατασκευάσουν αυτό το σφιχτοδεμένο σύνολο από φαρδιούς στέρεους πέτρινους τοίχους και ελάχιστα ανοίγματα. Κι έτσι όπως στέκουν το ένα δίπλα στο άλλο κι όλα μαζί ένα γύρο, ακολουθώντας ένα κυκλοτερές σχήμα, μοιάζουν με τους ανθρώπους που χορεύουν όλοι πιασμένοι χέρι-χέρι σ’ ένα κύκλο ή συναθροίζονται όλοι μαζί, πλάτη με πλάτη, για να αντιμετωπίσουν -ενώνοντας τις δυνάμεις τους- όλοι μαζί τον κίνδυνο. Όλοι αυτοί οι συνεκτικοί οικισμοί των Κυκλάδων, δηλώνουν με τον πιο εμφατικό τρόπο τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη που ένωνε τους κατοίκους αυτών των νησιών στους δύσκολους εκείνους καιρούς.

Στο ψηλότερο σημείο του βράχου, που από τη μεριά της θάλασσας στέκεται σχεδόν κατακόρυφος, απόκρημνος και κοφτερός, βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας. Ένα άσπρο μονοπάτι σε σχήμα ζιγκ-ζαγκ τη συνδέει σαν ομφάλιος λώρος με τα τελευταία σπίτια του οικισμού. Ο βράχος γυμνός, επιβλητικός, συνεχίζει ακόμη ψηλότερα στην κορυφή, σχηματίζοντας μια μύτη που τρυπάει τον ουρανό και μετά πέφτει σχεδόν κατακόρυφα από την πλευρά του βοριά μέχρι κάτω τη θάλασσα, σχηματίζοντας ένα μεγάλο γκριζοκόκκινο τρίγωνο. Μόνο θαλασσοπούλια και αγριοπερίστερα πετάνε πάνω κάτω εκεί, έχοντας μέσα στις σχισμάδες του γκρίζου βράχου τις φωλιές τους. Κι όταν βρίσκεσαι χαμηλά στη θάλασσα και κοιτάξεις προς τα πάνω, η Χώρα και το κάστρο της μοιάζει να κρέμεται στον ουρανό και να μετεωρίζεται στο κενό. Ίσα που διαγράφονται σαν μια λευκή γραμμή στην κορυφογραμμή του απόκρημνου βράχου τα τελευταία της σπίτια.

Λίγο πιο πέρα, στον επόμενο μικρό κολπίσκο βρίσκονται τα «Βορινά». Μια μικρή παραλία, ίσα καταπάνω στο βοριά, με χαρακτηριστικά πρασινωπά σχιστολιθικά πετρώματα. Από αυτό το σημείο έχουν συλλεχθεί οι πλάκες που καλύπτουν τις πλατείες και τα σοκάκια της Χώρας, αλλά και τις αυλές  των παλαιών σπιτιών του νησιού.

Ένας γκρίζος άγριος βράχος καταμεσής στο πέλαγος η Φολέγανδρος. Άνυδρο νησί και ξερό. Πως κτίζεις άραγε σήμερα σε ένα τέτοιο τοπίο; Παρατηρώ τα σύγχρονα σπίτια και τα ξενοδοχεία που κτίζονται το ένα μετά το άλλο, τα τελευταία χρόνια. Ένα συνονθύλευμα ακατανόητων όγκων, χωρίς σκέψη, χωρίς κανόνα. Μορφές που δεν ακολουθούν κάποια λειτουργική ανάγκη, κάποιο σκοπό. Μια φολκλορική σκηνογραφία γεμάτα καμάρες, ξύλινες χονδροκομμένες πέργκολες, μείξη υλικών και χρωμάτων που στοχεύουν να μοιάσουν δήθεν σε μια αιγαιοπελαγίτικη αρχιτεκτονική. Πιθηκίζουν, δίδοντας λάθος πρότυπο μέσα στην απερίγραπτη ασχήμια τους. Σαν αυτό που εδώ και χρόνια έχει καθιερωθεί -τελείως λανθασμένα- ως αρχιτεκτονική των Κυκλάδων. Σαν να βλέπεις λευκές υπερφουσκωμένες τούρτες που ξεχειλίζουν δεξιά και αριστερά χωρίς μέτρο.

Μα αν κάτι διδάσκει η παραδοσιακή αρχιτεκτονική και κυρίως τα Κυκλαδίτικα (και όχι μόνο) τοπία των βράχων, είναι πρώτα απ’ όλα το μέτρο. Η λιτή και στέρεη κατασκευή, η οικονομία χώρων και υλικών, ανθρώπινου μόχθου! Η αρχιτεκτονική -ίσως στη βαθύτερη ουσία της- μετριέται με τον ιδρώτα και τον κάματο του μάστορα και όχι με τις αισθητικές ανησυχίες και υπερβολές μας. Ο σκληροτράχηλος τόπος έδινε το μέτρο των ανθρώπινων επεμβάσεων, σύμφωνα πάντοτε με την εξυπηρέτηση πραγματικών και καίριων για τη ζωή των ανθρώπων αναγκών. Η αρμονική συνύπαρξη αρχιτεκτονικής και φύσης.

Φαντάζομαι μια αρχιτεκτονική μακριά από τη φλυαρία του λευκού μανδύα-σοβά που επενδύει ως μακιγιάζ την αλήθεια του κτίσματος. Σπίτια από πέτρα με αδρή επιφάνεια, μπετόν στο φυσικό του χρώμα- που αλλού φαίνεται ο ξυλότυπος και αλλού είναι πελεκημένη η επιφάνειά του- εμφανείς τσιμεντόλιθους... Έτσι που το κάθε υλικό να συνταιριάζεται με τα χρώματα των βράχων και του εδάφους. Και η μορφή του οικοδομήματος όσο το δυνατόν πιο απλή και ευανάγνωστη. Χωρίς μπιχλιμπίδια και φιοριτούρες.

Σπίτια που να στέκονται αντάξια δίπλα στα παλαιότερα, εκφράζοντας το σήμερα χωρίς να προσπαθούν να κρύψουν τίποτα. Μα τίποτα.

 

Τάσης Παπαϊωάννου, Φολέγανδρος, Καλοκαίρι 2010

 

 

 

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes