Οι αναπλάσεις έχουν χρώμα

του Τάση Παπαϊωάννου

 

10-0040

Πριν από λίγες μέρες περπατούσα σ’ ένα δρομάκι του Μεταξουργείου όπου έχουν απομείνει κάποια παλιά σπίτια, σαν θραύσματα μιας άλλης εποχής και προσδίνουν ακόμη στην περιοχή αυτή της Αθήνας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Παρατηρούσα ένα μικρό λαϊκό σπίτι με μια ψηλή μάντρα και ένα μόνο παράθυρο στην όψη, όταν από την μεταλλική αυλόπορτά του, ξεπρόβαλε μια νέα μελαχρινή γυναίκα μ’ ένα μεγάλο μαντήλι τυλιγμένο στα μαλλιά της, κρατώντας στα χέρια της έναν κουβά γεμάτο ασβέστη και μια βούρτσα. Ξωπίσω της ακολουθούσαν τα δύο μικρά παιδιά της. Η άγνωστη γυναίκα με τη βοήθεια των παιδιών άρχισε σιγά-σιγά να ασπρίζει τον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού της, τμήματα από το πεζοδρόμιο, αλλά και τους κορμούς των δέντρων που βρίσκονταν  έξω από το μικρό της σπίτι. Έριξα μια κλεφτή ματιά στην εσωτερική αυλή όπου έβλεπαν τα δύο όλα κι όλα δωμάτια του σπιτιού και στην γκρίζα τσιμεντοκονία που κάλυπτε σαν χαλί το δάπεδό της. Απέναντι, σ’ ένα άδειο οικόπεδο, βρίσκονταν σ’ ένα σκοινί απλωμένη η πολύχρωμη μπουγάδα της οικογένειας, μετατρέποντας παραδόξως το δρόμο σε μέρος του σπιτιού. Εκεί έμενε μία από τις τόσες οικογένειες Κούρδων μεταναστών που έφυγαν από τον τόπο τους αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής και κυρίως ελπίδα για τα παιδιά τους.

Καθώς περπατούσα στη γειτονιά αυτή, όπου ως γνωστόν εδώ και χρόνια ρίζωσαν στη νέα τους πατρίδα αρκετοί ξένοι μετανάστες, ήρθαν στο νου μου αρκετά δημοσιεύματα που το τελευταίο διάστημα αναφέρονται σε διάφορες ενέργειες της πολιτείας, αλλά και ιδιωτικών φορέων σχετικά με αναπλάσεις κεντρικών περιοχών της πρωτεύουσας. Μεταξουργείο, Κεραμεικός, άξονας οδού Πειραιώς, Ακαδημία Πλάτωνος κά. Στα πλαίσια αυτά, μάλιστα, προκηρύχτηκαν διάφοροι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί που αφορούσαν σε διαμορφώσεις οικοδομικών τετραγώνων και πλατειών, ανακοινώθηκαν προτάσεις πεζοδρομήσεων διαφόρων κεντρικών δρόμων, ενώ πριν λίγους μήνες πληροφορηθήκαμε ότι παρουσιάστηκαν στο Δήμο και αρχιτεκτονικές μελέτες πεζοδρομήσεων, από επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται συστηματικά τα τελευταία χρόνια στην περιοχή του Μεταξουργείου. Μία κινητικότητα αντιστρόφως ανάλογη με την πολυσυζητημένη οικονομική κρίση των ημερών μας ή μήπως –κάτω από μιαν άλλη ανάγνωση- ακριβώς λόγω αυτής;

Μέσα σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο και εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι νεοελληνικές πόλεις ψάχνουν να βρουν τη νέα αστική τους ταυτότητα. Η Αθήνα ειδικότερα ως μεγαλούπολη, υφίσταται εντονότερα στο ταλαιπωρημένο της σώμα τις συγκλονιστικές αλλαγές που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια. Αποτελώντας σημαντικό περιφερειακό κόμβο διακίνησης τεράστιων μεταναστευτικών κυμάτων από την Ανατολή προς τη Δύση, πιστοποιεί για ακόμη μία φορά, ότι η χώρα μας αποτελεί ένα διαχρονικό πολυπολιτισμικό σταυροδρόμι που λειτουργεί αδιάλειπτα από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Ολόκληρες περιοχές αλλάζουν χαρακτήρα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, όχι τόσο όσον αφορά στο κτισμένο τους κέλυφος που σε πολλές περιπτώσεις μένει –προς το παρόν- αναλλοίωτο, αλλά σε σχέση με την κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τα ταξικά τους χαρακτηριστικά. Στα πλαίσια του ίδιου προβληματισμού τίθεται ευρέως από την κοινή γνώμη ένα μεγάλο και αμφιλεγόμενο ζήτημα, η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα έξαρση εγκληματικότητας ιδίως στις περιοχές γύρω από την Ομόνοια, που βέβαια συνδέεται άμεσα με τη συσσώρευση μεγάλου αριθμού εξαθλιωμένων οικονομικών μεταναστών που ζουν εκεί, σε απάνθρωπες συνθήκες καταπίεσης και φόβου, χωρίς στοιχειώδη υποδομή και κρατική μέριμνα. Γεγονότα και καταστάσεις που επιβεβαιώνουν στην πιο ακραία και άγρια μορφή τους πως η πόλη ήταν, είναι και θα συνεχίσει να  είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται δυναμικά στο πέρασμα του χρόνου.

Μέσα σ’ αυτήν την εκρηκτική και άναρχη μεταμόρφωση του κοινωνικού ιστού της πόλης, κάθε απόφαση ανάπλασης, κάθε πρόταση σχεδιασμού, είναι πρωτίστως πρόταση πολιτική! Γιατί, πριν τραβήξει κανείς την όποια μολυβιά πρέπει να έχει προηγουμένως αποφασιστεί η σκοπιμότητα της ανάπλασης (μικρότερης ή μεγαλύτερης), αφού κάθε επέμβαση στο ζωντανό ιστό της πόλης δε μπορεί παρά να έχει μεγάλες επιπτώσεις όχι μόνον στο κτισμένο περιβάλλον, αλλά κυρίως στη ζωή των ανθρώπων που ζουν εκεί. Η πόλη δε μπορεί να εκλαμβάνεται (ιδίως από εμάς τους αρχιτέκτονες) ως το ουδέτερο φόντο ή ο “καμβάς” πάνω στον οποίο στήνονται οι εντυπωσιακές avant guard δημιουργίες μας, αδιαφορώντας για τα πραγματικά και εξαιρετικά σύνθετα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοί της.

Η “αναβάθμιση” και ο “εξωραϊσμός”, λοιπόν, μιας περιοχής, ζητά προηγουμένως απαντήσεις σε μια σειρά από ερωτήματα όπως: Ποιος και γιατί αποφασίζει να αλλάξει το χαρακτήρα μιας περιοχής και προς ποια κατεύθυνση; Τι ακριβώς προβλήματα εντοπίζει και σε επόμενο στάδιο έρχεται να διευθετήσει; Σε ποια τμήματα της κοινωνίας αναφέρεται; Γιατί πολλές φορές τα ζητήματα αυτά, δεν επιδέχονται ούτε χρειάζονται “αρχιτεκτονικές επιλύσεις”. Δεν έχουν να κάνουν, δηλαδή, με το είδος και τη μορφή π.χ. μιας πλακόστρωσης, τα υλικά, τα χρώματα ενός κτιρίου και κυρίως δεν είναι ζήτημα αισθητικό, αλλά όπως προαναφέρθηκε βαθύτατα πολιτικό. Από τις απαντήσεις συνεπώς που θα δώσουμε στα παραπάνω ερωτήματα θα καθοριστεί και η στρατηγική των όποιων αναπλάσεων, αφού θα έχει ξεκαθαριστεί προς όφελος ποιών θα γίνουν και τι ακριβώς επιδιώκουν, ώστε να ακολουθήσουν κατόπιν οι αρχιτεκτονικές μελέτες προκειμένου αυτές να υλοποιηθούν.

Γι’ αυτό οι πρωτοβουλίες επιχειρηματιών και εργολάβων (που δραστηριοποιούνται στο real estate) “εξευγενισμού” υποβαθμισμένων περιοχών, ενώ σε πρώτη ματιά μοιάζουν να κινούνται σε σωστή κατεύθυνση, αφού επιχειρούν να αλλάξουν την εικόνα μιας περιοχής που αντιμετωπίζει υπαρκτά προβλήματα και βρίσκεται για χρόνια σε τέλμα, στην πράξη εκφράζονται  με  επεμβάσεις που ασκούν την δική τους, ιδιόμορφη βία εκτός φυσικά από το τεράστιο οικονομικό κέρδος που αποφέρουν. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, διώχνουν κακήν κακώς τους παλαιούς κατοίκους προκειμένου να μετατρέψουν την  περιοχή σε τόπο κατοικίας υψηλών εισοδημάτων ή σε άλλες περιπτώσεις σε περιοχή διασκέδασης και αναψυχής. Μάλιστα, η περαιτέρω καθοδηγημένη και περιστασιακή  υποβάθμιση τους, βοηθά να αγοράσουν σε ακόμη πιο εξευτελιστικές τιμές –ιδίως σε περιόδους κρίσης όπως η τωρινή- περισσότερα ακίνητα από τους απελπισμένους ιδιοκτήτες που δεν αντέχουν πλέον τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στην παλιά γειτονιά τους και θέλουν να φύγουν. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η δράση του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης οφείλει να είναι καταλυτική, αφού επί της ουσίας ακυρώνεται ο θεσμικός τους ρόλος και η σημαντική κοινωνική αποστολή τους, που δε συνάδει με κανενός είδους κοινωνικό διαχωρισμό, ούτε βεβαίως με την μονομερή προώθηση οικονομικών συμφερόντων και την κερδοσκοπική ασυδοσία σε βάρος των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων Γιατί, οι «κρίσεις» -σαν τη σημερινή- ωθούν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στη φτώχια, ενώ για κάποιους άλλους αποτελούν τη χρυσή ευκαιρία για περισσότερο πλουτισμό και μεγιστοποίηση των κερδών τους.

Η αποτροπή του κοινωνικού αποκλεισμού ομάδων συνανθρώπων μας ανάλογα με το χρώμα, το φύλο, την οικονομική κατάσταση ή τις θρησκευτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις τους, θα έπρεπε να είναι το πρώτο μέλημα του κράτους, αν πραγματικά επιθυμούμε η πόλη μας να λέγεται και να είναι δημοκρατική. Μ' άλλα λόγια, μια πόλη αλληλεγγύης, κοινωνικής ευαισθησίας και πρόνοιας που δεν κάνει ταξικούς διαχωρισμούς εξωθώντας  τα φτωχά στρώματα της κοινωνίας στην πλήρη εξαθλίωση, ούτε φυσικά επιτρέπει τη δημιουργία γκέτο διαμελίζοντας έτσι το ενιαίο σώμα της πόλης σε ασύνδετα μεταξύ τους κομμάτια, κονιορτοποιώντας παράλληλα τον κοινωνικό ιστό. Η καλλιέργεια της ξενοφοβίας στους πολίτες, που εκτρέφει ρατσιστικά αντανακλαστικά κατά των ξένων συμπολιτών μας, όπως η άγνωστη γυναίκα με τα παιδιά της στο Μεταξουργείο, δεν μπορεί να αποτελεί μηχανισμό ενός κράτους που θέλει να λέγεται κοινωνικό. Γιατί, το πρώτο πράγμα που πρέπει να ελέγχει μια τέτοια ευνομούμενη πολιτεία, είναι ακριβώς οι δικοί της μηχανισμοί. Η πάταξη της όποιας εγκληματικότητας, για παράδειγμα, μήπως θα έπρεπε να ξεκινήσει από τον εκδημοκρατισμό όλων αυτών που θεσμικά θεωρούνται θεματοφύλακες της τάξης και της ασφάλειας;

Η διεθνής εμπειρία είναι πλούσια και μας διδάσκει τους τρόπους και τις μεθόδους με τους οποίους μπορούμε να προχωρήσουμε σε ουσιαστική αναβάθμιση και αναζωογόνηση μιας πόλης, όπως το παράδειγμα της Μπολώνια τη δεκαετία του 70-80 που άλλαξε την εικόνα μιας ολόκληρης περιοχής χωρίς βίαιες κοινωνικές ανακατατάξεις και ανατροπές, αλλά και πάμπολλων αρνητικών παραδειγμάτων, όπου οι “αναπλάσεις” οδήγησαν σε εκτίναξη τις τιμές των ακινήτων οδηγώντας έτσι τα φτωχότερα στρώματα να εγκαταλείψουν αυτές τις συνοικίες. Αλλά μην πάμε μακριά. Εξαιρετικά σημαντικό έργο πολιτικής παρέμβασης και διεκδίκησης, με την ουσιαστική έννοια της επίλυσης πραγματικών προβλημάτων, όπως τα αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι κάτοικοι μιας περιοχής, επιτελούν στην Αθήνα οι κινήσεις πολιτών (Κυψέλη, Εξάρχεια, Ακαδ. Πλάτωνος...) οι οποίοι βλέποντας την αδιαφορία ή τις λάθος επιλογές των κρατικών φορέων παίρνουν σημαντικές πρωτοβουλίες αυτο-οργάνωσης, δρώντας συλλογικά απέναντι στα κοινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν.

Κι αν υπάρχει ένα μεγάλο δίδαγμα, είναι, ότι πόλη είναι κυρίως η συλλογικότητα των κατοίκων της! Κι όσο αυτή η συλλογικότητα τροφοδοτείται διαρκώς με φρέσκιες ιδέες και νέους αγώνες τόσο η πόλη θα μένει ζωντανή και κυρίως δημοκρατική και ελεύθερη. Κι ίσως αυτή να’ ναι η μόνη λύση αντίστασης που μας απομένει, μπροστά στη σημερινή λαίλαπα που μας σπρώχνει ολοένα και περισσότερο, σ’ ένα αύριο ακόμη πιο ζοφερό, ακόμη πιο απελπιστικό και μαύρο.

 

Το κείμενο αποτέλεσε την εισήγηση που έκανα στην ημερίδα "Η ανάπλαση αστικών περιοχών ως μέσον άσκησης πολεοδομικής και κοινωνικής πολιτικής» που διοργάνωσε η Επιστημονική Εταιρεία Δικαίου Πολεοδομίας και Χωροταξίας (ΕΕΔιΠοΧ) τον Απρίλιο του 2011 στην Αθήνα.

Επιστροφή Επάνω